Depository of News

Το ελληνικό ροκ, όταν βαρέθηκε τα 4/4, σηκώθηκε και χόρεψε ζεϊμπέκικο

newsdepo.com · world

Στην Κύπρο δεν χρειαστήκαμε ποτέ μουσικολόγο για να μας εξηγήσει πότε το ροκ γίνεται ζεϊμπέκικο. Το καταλαβαίναμε όταν κάποιος άφηνε το ποτήρι στο τραπέζι, έκανε λίγο χώρο γύρω του και σηκωνόταν μόνος. Η ηλεκτρική κιθάρα μπορούσε να έρχεται από τη Δύση, αλλά το κυπριακό σώμα ήξερε ήδη τι έπρεπε να κάνει. Το ελληνικό ροκ δεν είναι ζεϊμπέκικο και το ζεϊμπέκικο δεν είναι ροκ. Μουσικολογικά ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες. Το rock πατά κατά κανόνα στα 4/4 , ενώ το ζεϊμπέκικο συνήθως στα 9/8 , έναν ασύμμετρο ρυθμό που δεν περπατά σαν στρατιώτης αλλά μοιάζει να κουτσαίνει επίτηδες — και ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή του. Στην Κύπρο όμως αυτή η διάκριση ήταν πάντα περισσότερο υπόθεση του μουσικού παρά του ακροατή. Εμείς ακούγαμε πρώτα και μετρούσαμε μετά. Για δεκαετίες το κυπριακό σπίτι λειτουργούσε σαν μικρό μουσικό σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου. Ελληνικό λαϊκό, ρεμπέτικο, κυπριακά, αγγλικό και αμερικανικό rock μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο ραδιόφωνο, στην ίδια δισκοθήκη και αργότερα στην ίδια κασέτα. Η γεωγραφία μάς είχε τοποθετήσει εκεί όπου οι μουσικές αρνούνται να δείξουν διαβατήριο: Ελλάδα και Μικρά Ασία από τη μια, Μέση Ανατολή από την άλλη και μια βρετανική αποικιακή κληρονομιά που είχε αφήσει πίσω της ισχυρά δυτικά ακούσματα. Για να καταλάβουμε όμως πώς έφτασαν η ηλεκτρική κιθάρα και το ζεϊμπέκικο στο ίδιο τραπέζι, πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω. Η μία διαδρομή ερχόταν από την Ανατολή και η άλλη από τη Δύση. Το ζεϊμπέκικο συνδέεται ιστορικά με τους Ζεϊμπέκους της δυτικής Μικράς Ασίας και πέρασε σταδιακά στον αστικό μουσικό κόσμο. Με τις μεγάλες πληθυσμιακές μετακινήσεις των αρχών του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα μετά το 1922, μικρασιατικά μουσικά ιδιώματα εγκαταστάθηκαν ακόμη βαθύτερα στις πόλεις του ελληνικού κράτους. Εκεί συναντήθηκαν με τον κόσμο του ρεμπέτικου και αργότερα του λαϊκού τραγουδιού. Το ζεϊμπέκικο μετασχηματίστηκε, πέρασε από γενιά σε γενιά και έγινε ένα από τα αναγνωρίσιμα στοιχεία της ελληνικής αστικής λαϊκής μουσικής. Την ίδια ώρα, από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν το rock. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, το rock ’n’ roll, η βρετανική pop και στη συνέχεια το rock εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη και στην ανατολική Μεσόγειο μέσω δίσκων, ραδιοφώνου, κινηματογράφου, στρατιωτικών σταθμών και της νέας νεανικής κουλτούρας. Στην Ελλάδα εμφανίστηκαν συγκροτήματα που αρχικά ακολουθούσαν σε μεγάλο βαθμό τα δυτικά πρότυπα. Όσο όμως η ελληνική rock σκηνή ωρίμαζε, άρχισε να ψάχνει τη δική της μουσική γλώσσα. Η ηλεκτρική κιθάρα άρχισε να συναντά το λαϊκό τραγούδι, το ρεμπέτικο και τους ανατολικούς δρόμους. Οι δύο διαδρομές που είχαν ξεκινήσει από διαφορετικές κατευθύνσεις άρχισαν πλέον να τέμνονται. Και η Κύπρος ήταν σχεδόν το ιδανικό μέρος για να ακουστεί αυτή η τομή. Όταν το rock έφθασε μαζικά στο νησί, δεν προσγειώθηκε σε μουσικό κενό. Βρήκε έναν τόπο ήδη εξοικειωμένο με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και την ανατολικομεσογειακή μελωδική γλώσσα, αλλά ταυτόχρονα εκτεθειμένο για δεκαετίες στη βρετανική παρουσία και στα δυτικά ακούσματα. Στην Κύπρο των δεκαετιών του ’60 και του ’70 η ηλεκτρική κιθάρα δεν ήταν λοιπόν τόσο ξένη όσο θα μπορούσε να φαίνεται. Το νησί είχε μόλις βγει από τη βρετανική αποικιοκρατία, ενώ οι Βρετανοί παρέμεναν στις Βάσεις. Δίσκοι, ραδιοφωνικά ακούσματα και η διεθνής pop και rock κουλτούρα βρίσκονταν δίπλα στο ελληνικό λαϊκό, το έντεχνο και αργότερα το ελληνικό rock. Η Κύπρος βρέθηκε με το ένα αυτί στη Δύση και το άλλο στην Ανατολή. Το ζεϊμπέκικο όμως δεν ήταν μόνο ένας ρυθμός. Ήταν ένας μοναχικός χορός, χωρίς υποχρεωτικό ζευγάρι και χωρίς προκαθορισμένη χορογραφία. Ο άνθρωπος σηκώνεται μόνος και συνομιλεί με τη μουσική. Γι’ αυτό ίσως ταίριαξε τόσο παράξενα καλά με το rock. Πίσω από τις τεχνικές τους διαφορές υπήρχε κάτι κοινό: και τα δύο μπορούσαν να γίνουν προσωπική εξομολόγηση και μικρή πράξη ανυπακοής. Στα κυπριακά σπίτια των ’70s και των ’80s οι δίσκοι έδωσαν τη θέση τους στις κασέτες και οι κασέτες απέκτησαν τη δική τους μικρή δημοκρατία. Στη μία πλευρά μπορούσες να έχεις rock και στην άλλη λαϊκά — ή, ακόμη καλύτερα, να μην υπάρχει καν αυτή η διάκριση. Το ίδιο συνέβαινε στο αυτοκίνητο, στις παρέες, στα κέντρα και αργότερα στα μπαρ. Μια ηλεκτρική εισαγωγή δεν σήμαινε ότι έπρεπε να μείνεις καθιστός. Αν ο ρυθμός το ζητούσε, κάποιος θα άφηνε το ποτήρι. Και θα σηκωνόταν. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη ιστορία του ελληνικού rock. Στην αρχή μπορούσες σχεδόν να ακούσεις το διαβατήριό του: δυτικό, ηλεκτρικό, εισαγόμενο. Όταν όμως οι Έλληνες δημιουργοί σταμάτησαν να ρωτούν πώς πρέπει να ακούγεται το rock και άρχισαν να αναρωτιούνται πώς ακούγεται όταν το παίζουμε εμείς , η ηλεκτρική κιθάρα άρχισε να συνομιλεί με όσα υπήρχαν εδώ πριν από αυτήν. Δεν χρειαζόταν πια μπουζούκι για να αναγνωρίσεις τη συγγένεια. Μπορούσαν να υπάρχουν distortion, ηλεκτρικό μπάσο και drums και από κάτω να ακούς κάτι βαθιά οικείο. Και κάπως έτσι συνέβη κάτι που εμείς στην Κύπρο καταλάβαμε χωρίς ιδιαίτερη θεωρία: η ηλεκτρική κιθάρα ανακάλυψε ότι μπορούσε κι αυτή να πονά ελληνικά. Ίσως γι’ αυτό στην Κύπρο δεν χρειάστηκε ποτέ να επιλέξουμε αυστηρά ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Ιστορικά ζούσαμε ανάμεσα στις δύο. Το rock μπορούσε να έρθει από το Λονδίνο, το ζεϊμπέκικο από μια πολύ παλαιότερη μικρασιατική και ελληνική διαδρομή και τα δύο να συναντηθούν ένα βράδυ στη Λευκωσία, στη Λεμεσό, στη Λάρνακα ή στην Αμμόχωστο χωρίς κανένας να θεωρήσει ότι συνέβαινε κάτι αφύσικο. Και ίσως τελικά το ελληνικό rock να έγινε πραγματικά δικό μας όχι όταν μάθαμε να παίζουμε σωστά τη μουσική της Δύσης, αλλά όταν σταματήσαμε να ζητούμε την άδειά της. Η Κύπρος το καταλάβαινε αυτό από παλιά. Ένα νησί γεωγραφικά στην Ανατολή, ιστορικά δεμένο με τον ελληνικό κόσμο και σημαδεμένο από δεκαετίες βρετανικής παρουσίας δεν είχε κανέναν λόγο να διαλέξει πλευρά στο πικάπ. Έβαλε απλώς τον δίσκο να γυρίσει. Και κάπου ανάμεσα στο Λονδίνο και τη Μικρά Ασία, η βελόνα έπεσε πάνω στην Κύπρο. * Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης, Παλαιολόγιο: ο Κύπριος ιστοριοδίφης που ψάχνει την Ιστορία ακόμη και στα αυλάκια ενός παλιού βινυλίου…γιατί μερικές φορές για να καταλάβεις πού βρίσκεται ένα νησί στον χάρτη, αρκεί να ακούσεις τι έπαιζε στο πικάπ του.

Read full article →