1958: Ψάχναμε την ψυχή και βρήκαμε ένα ρολόι μέσα στο κεφάλι μας
Ο Ντεκάρτ πίστευε ότι στην επίφυση κατοικούσε η ψυχή. Τρεις αιώνες αργότερα ανακαλύψαμε τη μελατονίνη και καταλάβαμε ότι το μικροσκοπικό αυτό όργανο μεταφράζει το σκοτάδι σε βιολογικό μήνυμα. Μέχρι που ανάψαμε τη νύχτα…και σήμερα παίρνουμε την οθόνη μαζί μας ακόμη και στο κρεβάτι. Για χιλιάδες χρόνια στην Κύπρο, η νύχτα ήταν πραγματικά νύχτα. Όταν έδυε ο ήλιος, ο κόσμος σκοτείνιαζε. Υπήρχαν λυχνάρια, κεριά και αργότερα λάμπες πετρελαίου, αλλά κανείς δεν μπορούσε με το πάτημα ενός διακόπτη να μετατρέψει τα μεσάνυχτα σε μεσημέρι. Στις αρχές του 20ού αιώνα αυτό άρχισε να αλλάζει. Η ιστορική αναδρομή της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου καταγράφει ότι το 1903 εγκαταστάθηκε ηλεκτρογεννήτρια για τις ανάγκες του Κυβερνείου στη Λευκωσία, από το 1912 άρχισε ευρύτερη παραγωγή και δημόσια διανομή ηλεκτρικής ενέργειας και το 1913 ιδρύθηκε η Nicosia Electricity Company. Για τους ανθρώπους της εποχής το ηλεκτρικό φως ήταν ένα μικρό θαύμα: ο άνθρωπος αποκτούσε τη δυνατότητα να παρατείνει την ημέρα. Αυτό που δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ήταν ότι βαθιά μέσα στο κεφάλι τους υπήρχε ήδη ένας πανάρχαιος μηχανισμός, εξελιγμένος σε έναν κόσμο όπου τη διάρκεια της ημέρας δεν την αποφάσιζε ο διακόπτης. Την αποφάσιζε ο ήλιος. Το μικροσκοπικό αυτό όργανο λέγεται επίφυση, ή pineal gland . Βρίσκεται βαθιά στον εγκέφαλο και το όνομά της προέρχεται από την ομοιότητά της με μικρό κουκουνάρι. Οι αρχαίοι ανατόμοι γνώριζαν την ύπαρξή της χωρίς να γνωρίζουν τη λειτουργία της. Συνδέθηκε κατά καιρούς με θεωρίες για τα λεγόμενα «ζωικά πνεύματα», ώσπου τον 17ο αιώνα ο Ρενέ Ντεκάρτ της ανέθεσε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Την ανθρώπινη ψυχή. Ο Γάλλος φιλόσοφος είχε μπροστά του ένα τεράστιο πρόβλημα: εάν το σώμα είναι ύλη και η ψυχή κάτι διαφορετικό, πού συναντιούνται; Ο Ντεκάρτ θεώρησε την επίφυση το σημείο αλληλεπίδρασης νου και σώματος. Η θεωρία δεν άντεξε στην εξέλιξη της επιστήμης, άφησε όμως πάνω στο μικρό αυτό όργανο μια μεταφυσική σκιά που το ακολουθεί μέχρι σήμερα. Περίπου τρεις αιώνες αργότερα, η απάντηση ήρθε από ένα εργαστήριο. Το 1958 ο Aaron B . Lerner και οι συνεργάτες του στο Yale απομόνωσαν από επιφύσεις βοοειδών μια ουσία που ονόμασαν μελατονίνη. Δεν είχαν βρει την ψυχή. Είχαν αρχίσει να ανακαλύπτουν τον χρόνο. Η μελατονίνη παρουσιάζει έντονο ημερήσιο ρυθμό. Η πληροφορία για το φως που φτάνει στα μάτια μεταφέρεται μέσω του εγκεφάλου σε ένα σύστημα που επηρεάζει την επίφυση. Στο σκοτάδι η έκκρισή της φυσιολογικά αυξάνεται, ενώ το φως μπορεί να την καταστείλει και να επηρεάσει τον κιρκάδιο χρονισμό. Με απλά λόγια: ο ήλιος δύει έξω από το παράθυρο και κάτι βαθιά μέσα στο κεφάλι μας το μαθαίνει. Ο Ντεκάρτ έψαχνε μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η επιστήμη βρήκε πράγματι μία, όχι μεταξύ σώματος και άυλης ψυχής, αλλά μεταξύ του εξωτερικού φωτός και του εσωτερικού βιολογικού χρόνου. Και τότε αρχίζει η μεγάλη ειρωνεία. Το 1958 ανακαλύψαμε πώς το σώμα καταλαβαίνει ότι νύχτωσε. Το 2026 έχουμε τελειοποιήσει τους τρόπους να το πείθουμε ότι δεν νύχτωσε ποτέ. Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης για να συγχρονιστεί ο οργανισμός μας με την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Χρειάστηκαν μόλις λίγες δεκαετίες για να βάλουμε φωτισμένες πόλεις έξω από το παράθυρο, τηλεοράσεις απέναντι από τον καναπέ και, τελικά, μια οθόνη μέσα στο ίδιο μας το κρεβάτι. Κάποτε έπρεπε να σηκώσουμε τα μάτια στον ουρανό για να ξέρουμε αν είναι μέρα. Σήμερα ο ουρανός μπορεί να λέει «μεσάνυχτα» και η παλάμη μας «μεσημέρι». Ξαπλώνουμε. Σβήνουμε το φως. Και ακριβώς τη στιγμή που ο οργανισμός περιμένει το αρχαιότερο μήνυμα της φύσης —«νύχτωσε»— ανάβουμε έναν μικρό τεχνητό ήλιο λίγα εκατοστά από τα μάτια μας. Ένα μήνυμα στο WhatsApp. Μια είδηση. Ένα βίντεο. Άλλο ένα scroll . «Μόνο πέντε λεπτά ακόμη». Και όταν τελικά αφήσουμε το κινητό στο κομοδίνο, γυρίζουμε πλευρό και διερωτόμαστε: «Μα γιατί δεν με παίρνει ο ύπνος;» Ο ύπνος, βέβαια, είναι πολύ πιο σύνθετος από μία ορμόνη ή μία οθόνη. Επηρεάζεται από άγχος, ηλικία, καφεΐνη, αλκοόλ, φάρμακα, ασθένειες, ωράρια και συνήθειες. Η επίδραση του φωτός στον κιρκάδιο μηχανισμό, όμως, είναι πραγματική. Ιδίως το φως με σημαντικό βραχέος μήκους κύματος, στο οποίο περιλαμβάνεται το μπλε τμήμα του ορατού φάσματος, μπορεί το βράδυ να καταστείλει τη μελατονίνη και να μετατοπίσει τον βιολογικό χρονισμό. Και οι οθόνες δεν φέρνουν μόνο φως. Φέρνουν και διέγερση. Το σώμα βρίσκεται στο κρεβάτι, αλλά το μυαλό μπορεί να βρίσκεται σε μια είδηση, μια δουλειά, μια συζήτηση ή στο επόμενο notification. Ξεκουρδίζουμε, μεταφορικά, το βιολογικό μας ρολόι και μετά παραπονιόμαστε ότι δεν δείχνει σωστά την ώρα. Η ιστορική αντιστροφή είναι σχεδόν απολαυστική. Για αιώνες αγωνιστήκαμε να κατακτήσουμε το σκοτάδι. Σήμερα αγοράζουμε blackout κουρτίνες και μάσκες ύπνου, χαμηλώνουμε τη φωτεινότητα και ενεργοποιούμε Night Shift , προσπαθώντας να ξαναδημιουργήσουμε εκείνο που κάποτε η φύση μάς έδινε κάθε βράδυ δωρεάν: τη νύχτα. Κι όμως, γύρω από την επίφυση δημιουργήθηκε ολόκληρη σύγχρονη μυθολογία: «τρίτο μάτι», «ενεργοποίηση», «αποασβεστοποίηση», κρυμμένες ανθρώπινες δυνάμεις. Η επίφυση πράγματι συχνά ασβεστοποιείται, ιδιαίτερα με την ηλικία. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι διαθέτουμε κάποιο μεταφυσικό όργανο που έχει «απενεργοποιηθεί». Και γιατί να χρειαζόμαστε τον μύθο όταν η πραγματικότητα είναι καλύτερη; Από τον Ήλιο, στα μάτια, στον εγκέφαλο, στην επίφυση, στη μελατονίνη. Μια εξωτερική εναλλαγή φωτός και σκοταδιού καταλήγει να μεταφράζεται σε χημεία μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό. Και όλος αυτός ο μηχανισμός υπήρχε εκατομμύρια χρόνια πριν εφεύρουμε το scroll . Το 1903 αρχίσαμε στην Κύπρο να κατακτούμε το σκοτάδι με μια γεννήτρια. Σήμερα κουβαλάμε αυτή την κατάκτηση στην παλάμη μας, μέσα σε μια οθόνη που μπορεί να φωτίζει μέχρι το ξημέρωμα. Ίσως λοιπόν, μετά από δύο χιλιάδες χρόνια απορίας γύρω από την επίφυση, το μεγάλο μυστικό της να είναι πολύ απλούστερο από όσο θα θέλαμε: Δεν χρειάζεται να «ανοίξουμε» το τρίτο μας μάτι. Ίσως χρειάζεται, πού και πού, να αφήνουμε το κινητό στο κομοδίνο, να σβήνουμε το φως και να κλείνουμε για λίγο τα δύο που ήδη έχουμε.
