Κυνηγοί, ακτιβιστές και λαθροθηρία στη Βουλή –«Θα θρηνήσουμε θύματα»
Στο επίκεντρο κοινοβουλευτικής συζήτησης βρέθηκε το ζήτημα των καταγγελιών για παρεμπόδιση και παρενόχληση νόμιμων κυνηγών από ομάδες ακτιβιστών κατά τη διάρκεια της κυνηγετικής δραστηριότητας. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε ενώπιον της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος, με τον πρόεδρό της, βουλευτή του ΕΛΑΜ Λίνο Παπαγιάννη, να μιλά για στοιχεία και καταγγελίες σχετικά με τη δράση συγκεκριμένων ομάδων. Ο κ. Παπαγιάννης υποστήριξε ότι δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή οποιαδήποτε παραβίαση της νομοθεσίας, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που επικαλείται το κάθε πρόσωπο. «Δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο στην Κύπρο που να επιτρέπει σε οποιονδήποτε να προχωρά σε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, είτε αυτός θέλει να ονομάζεται ακτιβιστής, είτε κυνηγός είτε οτιδήποτε άλλο», ανέφερε. Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν μαρτυρίες, καταγγελίες και φωτογραφικό υλικό που, όπως υποστήριξε, καταδεικνύουν παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα από τη συγκεκριμένη οργάνωση ακτιβιστών σε εβδομαδιαία βάση. Ο πρόεδρος της Επιτροπής ανέφερε επίσης ότι είχαν κατατεθεί στοιχεία σε δύο πρώην υπουργούς Δικαιοσύνης σε σχέση με τη δραστηριότητα της εν λόγω οργάνωσης (CABS) , συμπεριλαμβανομένων, όπως είπε, ζητημάτων που αφορούν τη χαρτογράφηση της Κύπρου και επαφές με τις κατεχόμενες περιοχές. Ο κ. Παπαγιάννης αναφέρθηκε, ακόμη, σε διατυπώσεις που, όπως υποστήριξε, εμφανίζονται στην ιστοσελίδα της οργάνωσης και περιλαμβάνουν όρους όπως «Turkish National Territory», «Turkish Territory» και «Turkish part of Cyprus». Στο ζήτημα της παράνομης θήρευσης αναφέρθηκε ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Γιώργος Λουκαΐδης, τονίζοντας την ανάγκη να διαχωριστεί η νόμιμη κυνηγετική δραστηριότητα από τη λαθροθηρία. «Δεν μπορούμε να κάνουμε πλάτες στην παρανομία και, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι παράνομο να κυνηγάμε αμπελοπούλια, ειδικά τώρα το φθινόπωρο που ξεκίνησε η παράνομη θήρευση», ανέφερε. Ο κ. Λουκαΐδης σημείωσε ότι στόχος της συζήτησης θα πρέπει να είναι η προστασία της νομιμότητας, αλλά και της πλειοψηφίας των κυνηγών που, όπως είπε, δεν έχουν καμία σχέση με παράνομες δραστηριότητες. «Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε τον νόμο και όχι τους παράνομους», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι νόμιμοι κυνηγοί δεν πρέπει να αφήνονται εκτεθειμένοι εξαιτίας της δράσης παράνομων κυκλωμάτων που έχουν δημιουργηθεί γύρω από τη θήρευση. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η προστασία της νομιμότητας δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση της λαθροθηρίας, αλλά και την προστασία των δικαιωμάτων των νόμιμων κυνηγών. «Εμείς υπερασπιζόμαστε και τα δικαιώματα των κυνηγών», ανέφερε. Από την πλευρά της, η Υπηρεσία Θήρας τόνισε την ανάγκη σαφούς διαχωρισμού μεταξύ νόμιμου κυνηγίου και λαθροθηρίας. Όπως ανέφερε ενώπιον της Επιτροπής, οποιαδήποτε παραβίαση της σχετικής νομοθεσίας συνιστά λαθροθηρία και είναι καταδικαστέα. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι η νομοθεσία προβλέπει διαφορετικές ποινές, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της κάθε παράβασης. Σε ό,τι αφορά τη συνεργασία με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, η Υπηρεσία Θήρας ανέφερε ότι υπάρχει καλή συνεργασία, σημειώνοντας ότι οι δύο πλευρές συνεργάζονται και αλληλοϋποστηρίζονται σε ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε, τέλος, στην ένταση που καταγράφεται γύρω από το ζήτημα, με την Υπηρεσία Θήρας να προειδοποιεί ότι, εάν η κατάσταση συνεχιστεί, υπάρχει κίνδυνος να υπάρξουν σοβαρά περιστατικά. «Με την κατάσταση που επικρατεί θα θρηνήσουμε θύματα», ήταν η χαρακτηριστική προειδοποίηση. Ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Νικόλας Παπαδόπουλος, τόνισε ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου και υπογράμμισε την ανάγκη να ακουστεί η θέση των αρμόδιων Αρχών. Όπως ανέφερε, η Επιτροπή πρέπει να ενημερωθεί για τα πραγματικά δεδομένα και να καταγραφεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά που χρήζουν διερεύνησης. Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης σημείωσε ότι η επέμβαση σε ξένη περιουσία μπορεί, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να συνιστά ποινικό αδίκημα, προσθέτοντας ωστόσο ότι η Αστυνομία είναι εκείνη που πρέπει να διευκρινίσει κατά πόσο υπάρχουν καταγεγραμμένα περιστατικά παρανομίας από πλευράς ακτιβιστών. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα του κατά πόσο οι ακτιβιστικές ομάδες, μέσα από τη δράση τους, συμβάλλουν στην αποκάλυψη περιστατικών λαθροθηρίας ή κατά πόσο η δράση τους δημιουργεί ζητήματα σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας και τις αρμοδιότητες των κρατικών υπηρεσιών. «Θέλουμε να δούμε κατά πόσο υπάρχουν περιστατικά από ακτιβιστές που εκθέτουν τις αρμόδιες Αρχές, δηλαδή αν οι Αρχές αναμένουν από αυτούς να υποδεικνύουν πότε υπάρχουν ζητήματα παρανομίας», ανέφερε.
