Depository of News

Νέες οδηγίες στις ΗΠΑ για τη χοληστερίνη - Τι αλλάζει με νέες εισηγήσεις

newsdepo.com · world

Περίπου ένας στους τέσσερις ενήλικες στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι παρουσιάζει αυξημένα επίπεδα LDL χοληστερόλης. Η λεγόμενη «κακή» χοληστερόλη μπορεί σταδιακά να συσσωρεύεται στα τοιχώματα των αρτηριών, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης και αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου. Η LDL, ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός δείκτης που χρειάζεται προσοχή. Διαταραχές μπορεί να εμφανιστούν και σε άλλες μορφές λιπιδίων και λιποπρωτεϊνών, οδηγώντας σε μια κατάσταση γνωστή ως δυσλιπιδαιμία, η οποία συνδέεται με την αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Με βάση τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα, οι Αμερικανοί ειδικοί επικαιροποίησαν τις κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση της χοληστερόλης και την πρόληψη της δυσλιπιδαιμίας, αντικαθιστώντας τις προηγούμενες οδηγίες του 2018. Η πρόληψη ξεκινά νωρίτερα Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες δεν περιορίζονται στη μείωση της χοληστερόλης. Υιοθετούν μια πιο ολοκληρωμένη και προληπτική προσέγγιση, με στόχο να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται όσο το δυνατόν νωρίτερα οι παράγοντες που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Όπως ανέφερε ο καρδιολόγος Roger Blumenthal από το Johns Hopkins Ciccarone Center for the Prevention of Cardiovascular Disease, ο οποίος προήδρευσε της επιτροπής που συνέταξε τις νέες οδηγίες, μεγάλο μέρος της καρδιαγγειακής νόσου μπορεί να προληφθεί, ενώ η αυξημένη LDL αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου. Οι ειδικοί εξακολουθούν να θεωρούν την υγιεινή διατροφή, τη σωματική άσκηση και τις αλλαγές στον τρόπο ζωής ως το πρώτο βήμα για τη βελτίωση των επιπέδων χοληστερόλης. Ωστόσο, όταν οι τιμές των λιπιδίων εξακολουθούν να παραμένουν αυξημένες παρά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, οι νέες οδηγίες τάσσονται υπέρ της έγκαιρης εξέτασης της ανάγκης για φαρμακευτική αγωγή, αντί της αδικαιολόγητης καθυστέρησής της. Η λογική είναι ότι η διατήρηση χαμηλότερων επιπέδων LDL για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να προσφέρει σημαντικότερη προστασία από μελλοντικά καρδιαγγειακά επεισόδια, όπως συμβαίνει και με τη μακροχρόνια ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Έλεγχος χοληστερόλης ήδη από την παιδική ηλικία Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την ηλικία στην οποία συνιστάται να ξεκινά ο έλεγχος των επιπέδων χοληστερόλης. Οι νέες οδηγίες συστήνουν έλεγχο μεταξύ 9 και 11 ετών για τα παιδιά που δεν έχουν υποβληθεί προηγουμένως σε σχετική εξέταση. Σε παιδιά με οικογενειακό ιστορικό σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου ή διαταραχών της χοληστερόλης, ο έλεγχος μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη και από την ηλικία των 2 ετών. Η αλλαγή αυτή βασίζεται στην αναγνώριση ότι η μακροχρόνια έκθεση του οργανισμού σε αυξημένα επίπεδα αθηρογόνων λιποπρωτεϊνών μπορεί να επιβαρύνει σταδιακά την καρδιαγγειακή υγεία. Ο έγκαιρος εντοπισμός μιας διαταραχής επιτρέπει την παρέμβαση αρκετά χρόνια πριν εκδηλωθούν προβλήματα. Νέο εργαλείο για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου Οι γιατροί καλούνται επίσης να αξιοποιούν το νέο εργαλείο PREVENT, το οποίο επιτρέπει την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε χρονικό ορίζοντα 10 και 30 ετών για άτομα ηλικίας 30 έως 79 ετών. Η εκτίμηση βασίζεται σε στοιχεία που συνήθως συλλέγονται κατά τον προληπτικό ιατρικό έλεγχο, όπως η χοληστερόλη, η αρτηριακή πίεση και η ηλικία, ενώ λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας. Οι γιατροί μπορούν στη συνέχεια να συνυπολογίσουν πρόσθετους παράγοντες κινδύνου, προκειμένου να διαμορφώσουν μια πιο εξατομικευμένη εικόνα και να αποφασίσουν εάν απαιτείται παρέμβαση για τη μείωση της LDL. Για άτομα με οριακό κίνδυνο, δηλαδή εκτιμώμενη πιθανότητα 3% έως 5% εμφάνισης αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου μέσα στα επόμενα 10 χρόνια, μπορεί να εξεταστεί η έναρξη παρεμβάσεων με στόχο τη μείωση της LDL. Όταν ο κίνδυνος χαρακτηρίζεται ενδιάμεσος, μεταξύ 5% και 10%, οι ειδικοί συστήνουν να εξετάζεται πιο σοβαρά το ενδεχόμενο φαρμακευτικής θεραπείας. Χαμηλότεροι στόχοι για την LDL Οι νέες οδηγίες επαναφέρουν συγκεκριμένους στόχους για την LDL χοληστερόλη, προκειμένου να διευκολύνουν τους γιατρούς τόσο στην επιλογή όσο και στην παρακολούθηση της θεραπείας. Για άτομα με οριακό ή ενδιάμεσο καρδιαγγειακό κίνδυνο, ο στόχος είναι η LDL-C να βρίσκεται κάτω από 100 mg/dL. Για άτομα που ανήκουν στην κατηγορία υψηλού κινδύνου, ο στόχος μειώνεται σε κάτω από 70 mg/dL. Σε ασθενείς που έχουν ήδη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο και θεωρούνται πολύ υψηλού κινδύνου, ο στόχος γίνεται ακόμη πιο αυστηρός, με LDL-C κάτω από 55 mg/dL. Η καρδιολόγος Pamela B. Morris από το Medical University of South Carolina επισημαίνει ότι, σε γενικές γραμμές, όσο χαμηλότερη είναι η LDL τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η προστασία, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος ή εγκεφαλικού. Κλινικές μελέτες, σύμφωνα με την ίδια, έχουν καταγράψει σημαντικά οφέλη από την περαιτέρω μείωση της LDL-C, ακόμη και σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα που προέβλεπαν οι παλαιότερες κατευθυντήριες οδηγίες. Οι στατίνες εξακολουθούν να αποτελούν βασική επιλογή Οι στατίνες παραμένουν η βασική φαρμακευτική θεραπεία για τη μείωση της LDL χοληστερόλης. Παράλληλα, οι νέες οδηγίες περιλαμβάνουν και άλλες διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Σε αυτές περιλαμβάνονται η εζετιμίμπη (ezetimibe), το bempedoic acid, οι αναστολείς PCSK9 και η inclisiran. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας δεν είναι ίδια για όλους. Εξαρτάται από το συνολικό καρδιαγγειακό προφίλ του ασθενούς, τα επίπεδα της LDL, το ατομικό ιστορικό και άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τον κίνδυνο. Τι αλλάζει στην πράξη για τους ασθενείς Το βασικό μήνυμα των νέων οδηγιών είναι η έγκαιρη πρόληψη, η συστηματική παρακολούθηση και η έγκαιρη αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου. Η υιοθέτηση μιας υγιεινής διατροφής, η τακτική σωματική δραστηριότητα και οι ευρύτερες αλλαγές στον τρόπο ζωής εξακολουθούν να αποτελούν θεμέλιο για τη διαχείριση της χοληστερόλης. Παράλληλα, οι τακτικοί ιατρικοί έλεγχοι μπορούν να βοηθήσουν στον έγκαιρο εντοπισμό δυσμενών μεταβολών στα επίπεδα των λιπιδίων. Όταν, παρά τις προσπάθειες αυτές, η LDL εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τα επιθυμητά επίπεδα, οι νέες οδηγίες υποστηρίζουν ότι η συζήτηση για φαρμακευτική θεραπεία δεν θα πρέπει να αναβάλλεται χωρίς λόγο. Η γενικότερη φιλοσοφία των νέων κατευθυντήριων οδηγιών είναι σαφής: η μείωση της LDL όσο το δυνατόν νωρίτερα και η διατήρηση χαμηλών επιπέδων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να συμβάλει σε μεγαλύτερη προστασία από τα καρδιαγγειακά επεισόδια στο μέλλον. Πηγή: ΕΡΤ

Read full article →