1832 Chypre, la «carcasse» d’Aphrodite: όπως την είδε ο Ντε Λαμαρτίνος
<p><strong>Η γαλλική λέξη «carcasse» σημαίνει κουφάρι, σκελετός, άδειο περίβλημα. Και αυτή ακριβώς τη σκληρή λέξη χρησιμοποίησε ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίνος για την Κύπρο που αντίκρισε στη Λάρνακα του 1832.</strong></p> <p>Αφορμή στάθηκε η πρόσκληση που έλαβα από τον κ. Λάμπη Κωνσταντινίδη για τη διάλεξή του, στο πλαίσιο της Γαλλοφωνίας 2026, με θέμα «Το Ταξείδιον του Alphonse de Lamartine εις Ελλάδα και Κύπρον». Μια πρόσκληση με πρεσβείες, Γαλλικό Ινστιτούτο, κρασιά Château Saint Honoré και Saint Valentin, κυπριακά hors-d’oeuvres, και εκείνη την παλιά επισημότητα που σπάνια πια συναντάς. Όμως πίσω από την πρόσκληση κρυβόταν κάτι πολύ πιο δυνατό: μια φράση του Λαμαρτίνου για την Κύπρο που ακόμη και σήμερα χτυπά σαν πέτρα στο τζάμι.</p> <p>Ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίνος, ο μεγάλος Γάλλος ποιητής, διπλωμάτης και πολιτικός του 19ου αιώνα, πέρασε από την Κύπρο το 1832 και έμεινε μόλις δύο μέρες. Δεν γύρισε το νησί. Δεν ανέβηκε στα κάστρα. Δεν περπάτησε στα αββαεία, στους καθεδρικούς και στα ερείπια που είχαν αλλάξει θρησκείες, σημαίες και αυτοκρατορίες. Κατέβηκε στη Λάρνακα, φιλοξενήθηκε, ήπιε καφέ, δέχθηκε κυπριακό κρασί, κοίταξε γύρω του και έγραψε μια φράση που ακόμη κόβει: η Κύπρος του φάνηκε σαν «το κουφάρι ενός από εκείνα τα μαγεμένα νησιά όπου η αρχαιότητα είχε τοποθετήσει τις πιο ποιητικές λατρείες της».</p> <p>Ο Λαμαρτίνος είχε ξεκινήσει από τη Μασσαλία για το μεγάλο του ταξίδι στην Ανατολή. Πέρασε από την Ελλάδα, τη Ρόδο, την Κύπρο, τη Συρία, τον Λίβανο και τους Αγίους Τόπους. Το ταξίδι αυτό θα γίνει αργότερα το περίφημο «Voyage en Orient», ένα από τα χαρακτηριστικά ευρωπαϊκά ταξιδιωτικά έργα του 19ου αιώνα. Στις 27 Αυγούστου 1832 γράφει ότι «το μεσημέρι βάλαμε πλώρη από τη Ρόδο προς την Κύπρο». Η θάλασσα ήταν «όμορφη αλλά βαριά», χωρίς άνεμο, με τεράστια κύματα από τη δύση να κυλούν κάτω από την πρύμνη. Το αποκαλεί «ανυπόφορο μαρτύριο», μια κίνηση χωρίς αποτέλεσμα, σαν να κυλά κανείς «το πιθάρι της κόλασης».</p> <p>Την τέταρτη μέρα αντίκρισαν την ανατολική άκρη της Κύπρου. Έπλευσαν μία μέρα κατά μήκος του νησιού και τελικά έριξαν άγκυρα στη ράδα της Λάρνακας, την οποία γράφει «Larcana». Εκεί τον υποδέχθηκε ο Γάλλος πρόξενος στην Κύπρο, ο κύριος Bottu. Ο Λαμαρτίνος κατέβηκε στην πόλη, φιλοξενήθηκε στο προξενείο, συνάντησε ανθρώπους της γαλλικής παρουσίας στο νησί, δέχθηκε επισκέψεις, δώρα, καφέ και κρασί της Κύπρου, σταλμένο από τον Mathéi, «έναν από τους μεγιστάνες της Κύπρου».</p> <p>Μικρή σκηνή, σχεδόν καθημερινή. Κι όμως μέσα της χωρά μια ολόκληρη εποχή: Λάρνακα, προξενεία, τοπικοί προύχοντες, γαλλική παρουσία, καφές, κρασί και ένα νησί που τότε δεν ήταν τουριστικός προορισμός, αλλά οθωμανική επαρχία με αρχαίο βάρος και σύγχρονη φτώχεια.</p> <p>Στις 31 Αυγούστου γράφει τη φράση που μας αφορά. Δύο μέρες στην Κύπρο, σημειώνει, με τη γοητεία της ανάπαυσης ύστερα από μακρά ναυσιπλοΐα και με την πιο απροσδόκητη φιλοξενία. «Αυτή είναι η κατάσταση του πνεύματός μου στην Κύπρο», γράφει. «Αλλά αυτό είναι όλο». Και ύστερα έρχεται η λεπίδα: ο τόπος, που του τον είχαν επαινέσει ως όαση των νησιών της Μεσογείου, του φάνηκε να μοιάζει με όλα τα ξεγυμνωμένα, θαμπά και γυμνά νησιά του Αρχιπελάγους. Είναι, γράφει, «la carcasse» ενός από εκείνα τα μαγεμένα νησιά όπου η αρχαιότητα είχε τοποθετήσει τη σκηνή των πιο ποιητικών της λατρειών.</p> <p>Η φράση του δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από το ιστορικό της πλαίσιο. Η Κύπρος που είδε το 1832 ήταν μια Κύπρος που είχε περάσει ήδη περισσότερους από δυόμισι αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας. Πίσω της, όμως, δεν είχε μόνο μύθο. Είχε πραγματικό μεγαλείο. Είχε τους Λουζινιανούς και τους Φράγκους. Είχε βασιλιάδες όπως τον Γκυ ντε Λουζινιάν, τον Πέτρο Α΄, τον Ιανό, τον Ιάκωβο Β΄. Είχε βασίλισσες όπως τη Σαρλόττα και την Κατερίνα Κορνάρο, τη Βενετσιάνα βασίλισσα που το 1489 παρέδωσε το νησί στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας.</p> <p>Και είχε πέτρες που ακόμη μιλούσαν. Την Αγία Σοφία στη Λευκωσία, τον Άγιο Νικόλαο στην Αμμόχωστο, την Πέλλαπαϊς, το Βουφαβέντο, την Καντάρα, το Κολόσσι, τον Άγιο Ιλαρίωνα και τόσα άλλα. Κάστρα, αββαεία, ναούς, πύργους, τείχη και ερείπια που μαρτυρούσαν ότι η Κύπρος δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα πέρασμα. Υπήρξε βασίλειο, οχυρό, αγορά, προσκύνημα και σταυροδρόμι.</p> <p>Αλλά το βάθος της Κύπρου δεν αρχίζει ούτε με τους Φράγκους ούτε με τους Ενετούς. Πηγαίνει πολύ πιο πίσω. Το 2014 ο αρχαιολόγος Eric H. Cline εξέδωσε το βιβλίο «1177 B.C.: The Year Civilization Collapsed», για την κατάρρευση του κόσμου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Εκείνου του διασυνδεδεμένου κόσμου όπου Αιγύπτιοι, Χετταίοι, Μυκηναίοι, Κύπριοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι και άλλοι λαοί λειτουργούσαν μέσα σε δίκτυα εμπορίου, διπλωματίας, ανταλλαγών και αλληλεξάρτησης. Η Κύπρος ήταν μέσα σε αυτό το δίκτυο. Δεν ήταν άκρη του κόσμου. Ήταν κόμβος.</p> <p>Ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η Κύπρος ήξερε τι σημαίνει εξωστρέφεια. Ήξερε χαλκό, λιμάνια, εμπόριο, θάλασσα. Η Αμαθούντα, το Κίτιον, η Έγκωμη και άλλες αρχαίες κυπριακές εστίες δεν περίμεναν τους Ευρωπαίους περιηγητές του 19ου αιώνα για να μπουν στον χάρτη. Το νησί είχε ανακαλύψει τη Μεσόγειο χιλιάδες χρόνια πριν το «ανακαλύψουν» οι ξένοι ταξιδιώτες.</p> <p>Γι’ αυτό το «carcasse» του Λαμαρτίνου πονά περισσότερο. Δεν ήταν μόνο το κουφάρι της Αφροδίτης. Δεν ήταν μόνο το κουφάρι των Λουζινιανών και των Ενετών. Ήταν η εικόνα μιας πανάρχαιας κυπριακής εξωστρέφειας που είχε υποχωρήσει δραματικά. Ενός νησιού που για χιλιετίες ήξερε να εξάγει, να εμπορεύεται, να συνομιλεί με τον κόσμο, αλλά το 1832 εμφανιζόταν στα μάτια ενός Γάλλου ποιητή ως γυμνή, κουρασμένη, υποβαθμισμένη επαρχία.</p> <p>Αυτή ήταν η ιστορική κληρονομιά που άφησαν οι σουλτάνοι και οι πασάδες: όχι την Κύπρο όπως μπορούσε να είναι, αλλά την Κύπρο όπως είχε καταντήσει ύστερα από αιώνες διοικητικής στασιμότητας και παρακμής. Ένα νησί που κάποτε είχε λιμάνια, βασίλεια, καθεδρικούς, αββαεία, κάστρα, χαλκό, κρασί και εμπορικές αρτηρίες σε όλη τη Μεσόγειο, να μοιάζει το 1832 σαν κουρασμένο περίβλημα του ίδιου του μεγαλείου του. Δεν ήταν φυσική παρακμή. Ήταν ιστορική καθίζηση.</p> <p>Ο Λαμαρτίνος, βέβαια, δεν γράφει ως ψυχρός ιστορικός. Γράφει ως ποιητής. Δεν κάνει απογραφή μνημείων. Δεν μετρά πέτρες. Βλέπει ένα σώμα μετά τη δόξα του. Βλέπει την Κύπρο της Αφροδίτης, των αρχαίων λιμανιών, των Φράγκων, των Ενετών, των σταυροφόρων και των βασιλισσών να στέκει ακόμη όμορφη, αλλά τραυματισμένη. Το «carcasse» του δεν είναι απλή προσβολή. Είναι ποιητική νεκροψία μιας παρακμής.</p> <p>Και αμέσως μετά, σχεδόν σαν να αντιλαμβάνεται ότι αδικεί τον τόπο, σημειώνει πως δεν τον γνώρισε πραγματικά. Βιαζόταν να φτάσει στην Ασία. Γι’ αυτό γράφει ότι δεν επισκέφθηκε παρά μόνο «με το μάτι» τις μακρινές και γραφικές σκηνές με τις οποίες, όπως λέει, είναι γεμάτη η Κύπρος. Υποσχέθηκε ότι στην επιστροφή θα έμενε έναν μήνα και θα διέσχιζε λεπτομερώς τα βουνά της. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη κυπριακή ειρωνεία: πόσοι πέρασαν από αυτό το νησί λέγοντας ότι θα το γνωρίσουν την επόμενη φορά;</p> <p>Και μετά γράφει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Η Κύπρος, λέει, είναι γόνιμη παντού: πορτοκάλια, ελιές, σταφύλια, σύκα, αμπέλια, βαμβάκι, ακόμη και ζαχαροκάλαμο. Μια γη της επαγγελίας. Ένα ωραίο βασίλειο, γράφει, για έναν ιππότη των Σταυροφοριών ή για έναν σύντροφο του Βοναπάρτη. Κάποτε, συνεχίζει, μπορούσε να θρέφει μέχρι και δύο εκατομμύρια ανθρώπους· τώρα δεν απομένουν παρά τριάντα χιλιάδες Έλληνες κάτοικοι και λίγοι Τούρκοι.</p> <p>Και εκεί ο ποιητής γίνεται ξαφνικά γεωπολιτικός. Τίποτα, γράφει, δεν θα ήταν πιο εύκολο από το να καταλάβει κανείς αυτή την κυριαρχία. Ένας τυχοδιώκτης θα τα κατάφερνε με μια χούφτα στρατιώτες και μερικά εκατομμύρια γρόσια. Θα άξιζε, αν υπήρχε πιθανότητα να τη διατηρήσει. Αλλά η Ευρώπη, που έχει τόση ανάγκη από αποικίες, θα εμπόδιζε μια νέα κατάκτηση. Οι δυνάμεις, από ζήλια μεταξύ τους, θα έσπευδαν να στηρίξουν τους Τούρκους. Και ο κατακτητής θα είχε την τύχη του βασιλιά Θεοδώρου. «Τι κρίμα!», γράφει. «Είναι ένα όμορφο όνειρο, και οκτώ μέρες θα το μετέτρεπαν σε πραγματικότητα».</p> <p>Εδώ ο Λαμαρτίνος γίνεται αποκαλυπτικός χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει. Από τη μια, ο ρομαντικός ποιητής βλέπει το νησί της Αφροδίτης. Από την άλλη, ο Ευρωπαίος πολιτικός βλέπει μια εύκολη λεία. Η Κύπρος βρίσκεται ξανά εκεί όπου βρέθηκε τόσες φορές στην ιστορία της: ανάμεσα στον θαυμασμό των άλλων και στην επιθυμία τους να την ελέγξουν.</p> <p>Το σημαντικό, όμως, είναι να μην παρεξηγήσουμε το σήμερα μέσα από το χθες. Η φράση του Λαμαρτίνου ανήκει στο 1832. Ανήκει σε μια Κύπρο που είχε βγει από αιώνες οθωμανικής παρακμής πληγωμένη, φτωχή και υποβαθμισμένη, σχεδόν αγνώριστη σε σχέση με το βάθος της ιστορίας της. Δεν είναι περιγραφή της σημερινής Κύπρου.</p> <p>Ευτυχώς οι σουλτάνοι και οι πασάδες ανήκουν στο παρελθόν. Η Κύπρος, με όλα τα βάρη που κουβαλά, προχώρησε. Έγινε ανεξάρτητο κράτος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ισότιμος εταίρος στην ευρωπαϊκή οικογένεια, με οικονομία, θεσμούς, πανεπιστήμια, λιμάνια, αεροδρόμια, επιχειρήσεις, πολιτισμό και μια κοινωνία που συνεχίζει να στέκεται όρθια παρά τις πληγές της ιστορίας.</p> <p>Ο Λαμαρτίνος έφυγε από την Κύπρο περίπου τα μεσάνυχτα της 1ης Σεπτεμβρίου 1832. Και στη θάλασσα γράφει κάτι από τα ωραιότερα του αποσπάσματος: ότι η μοίρα του ταξιδιώτη είναι παράξενη, γιατί σπέρνει παντού δεσμούς, αναμνήσεις και λύπες. Όταν φτάνει, όλα του είναι αδιάφορα. Όταν φεύγει, νιώθει ότι μάτια και καρδιές τον ακολουθούν από την ακτή που χάνεται πίσω του. Και αφήνει, λέει, κάτι από την ίδια του την καρδιά.</p> <p>Ίσως αυτό έκανε και με την Κύπρο. Την κοίταξε βιαστικά. Την αδίκησε. Αλλά της άφησε μια φράση που, σχεδόν δύο αιώνες μετά, λειτουργεί όχι ως καταδίκη, αλλά ως υπενθύμιση. Η ιστορία μπορεί να κατεβάσει έναν τόπο χαμηλά. Το ερώτημα είναι αν μένει εκεί.</p> <p>Η Κύπρος δεν έμεινε.</p> <p><img src="https://cdn.sigmalive.com/uploads/407/download (1)_1789035524.png" alt="" width="1087" height="861"></p> <p><img src="https://cdn.sigmalive.com/uploads/407/download_1789035547.png" alt="" width="946" height="1254"></p>
