Depository of News

Η Παιδεία δεν χρειάζεται υπουργό σε διαρκή σύγκρουση με τους εκπαιδευτικούς

newsdepo.com · world

Όταν οι εκπαιδευτικές οργανώσεις μετατρέπονται σε μόνιμους συνομιλητές αντιπαράθεσης αντί σε συνεργάτες για την αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, τότε κάτι δεν πάει καλά με τον τρόπο άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής. Η κατάσταση που διαμορφώνεται στην Παιδεία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια σειρά από μεμονωμένες διαφωνίες μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και των εκπαιδευτικών οργανώσεων. Έχει εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη κρίση σχέσεων, εμπιστοσύνης και συνεννόησης, με την υπουργό Παιδείας να βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων. Το ανησυχητικό δεν είναι ότι υπάρχουν διαφωνίες. Σε ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα οι διαφωνίες είναι όχι μόνο αναμενόμενες αλλά και απαραίτητες. Το ανησυχητικό είναι ότι σχεδόν κάθε σημαντικό ζήτημα της εκπαίδευσης καταλήγει σε σύγκρουση. Από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και το σύστημα διορισμών μέχρι τα εργασιακά ζητήματα, τα Υποστηρικτικά Προγράμματα, τις σχολικές υποδομές και την ειδική εκπαίδευση, η σχέση του Υπουργείου με την εκπαιδευτική κοινότητα χαρακτηρίζεται από ένταση και αμοιβαία δυσπιστία. Και εδώ προκύπτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: Είναι δυνατόν να μιλάμε για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση όταν εκείνοι που καλούνται να την εφαρμόσουν αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, δεν υπολογίζονται και αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο; Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αντίπαλοι του Υπουργείου Η υπουργός Παιδείας θα πρέπει να αντιληφθεί ότι οι εκπαιδευτικές οργανώσεις δεν αποτελούν αντίπαλο πολιτικό στρατόπεδο. Εκπροσωπούν ανθρώπους που εργάζονται καθημερινά μέσα στα σχολεία, γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες και βιώνουν από πρώτο χέρι τις αδυναμίες και τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Η ΠΟΕΔ, η ΟΕΛΜΕΚ και η ΟΛΤΕΚ δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως οργανώσεις που απλώς αντιδρούν στις αποφάσεις του Υπουργείου. Η εμπειρία τους, οι προβληματισμοί τους και οι εισηγήσεις τους πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαμόρφωσης της εκπαιδευτικής πολιτικής. Η μεταρρύθμιση δεν επιβάλλεται με την επίκληση της νομοθεσίας ούτε προχωρεί με τη λογική ότι το Υπουργείο αποφασίζει και οι εκπαιδευτικοί καλούνται απλώς να συμμορφωθούν. Χρειάζεται διάλογος, εμπιστοσύνη, αμοιβαίος σεβασμός και κυρίως διάθεση να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές ανησυχίες των ανθρώπων της εκπαίδευσης. Μεταρρυθμίσεις χωρίς συναίνεση; Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, οι διορισμοί και οι αλλαγές στη λειτουργία των σχολείων είναι ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα το μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης. Δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες που μπορούν να διευθετούνται αποκλειστικά μέσα από υπουργικές αποφάσεις. Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη εκσυγχρονισμού του εκπαιδευτικού συστήματος. Κανείς δεν υποστηρίζει ότι όλα πρέπει να παραμείνουν όπως είναι. Όμως, άλλο πράγμα η μεταρρύθμιση και άλλο η επιμονή στην εφαρμογή αλλαγών χωρίς να έχουν προηγουμένως αντιμετωπιστεί οι σοβαρές ενστάσεις και οι πρακτικές δυσκολίες. Η εκπαιδευτική πολιτική δεν είναι προσωπικό σχέδιο κανενός υπουργού. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας και ιδιαίτερα εκείνων που υπηρετούν το δημόσιο σχολείο. Η υπουργός οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να ακούει ακόμη και όταν διαφωνεί. Ότι μπορεί να αναθεωρεί όταν διαπιστώνει αδυναμίες. Ότι αντιλαμβάνεται πως η επιτυχία μιας μεταρρύθμισης δεν κρίνεται από το αν ψηφίστηκε ένας νόμος, αλλά από το αν μπορεί να εφαρμοστεί με αποτελεσματικότητα και αποδοχή. Η απαξίωση του κοινωνικού διαλόγου έχει κόστος Ακόμη πιο προβληματική είναι η εικόνα που δημιουργείται όταν οι εκπαιδευτικές οργανώσεις και οι συνδικαλιστικοί φορείς αναγκάζονται να καταφεύγουν επανειλημμένα σε κινητοποιήσεις για να διεκδικήσουν λύσεις. Η αντιπαράθεση με τις ΣΕΚ και ΠΕΟ για τα Υποστηρικτικά Προγράμματα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πίσω από τη συνδικαλιστική διεκδίκηση υπάρχουν εργαζόμενοι, οικογένειες και άνθρωποι που ζητούν στοιχειώδη εργασιακή ασφάλεια και σεβασμό στα δικαιώματά τους. Δεν είναι δυνατόν να διακηρύσσεται η κοινωνική ευαισθησία και η σημασία της δημόσιας εκπαίδευσης, την ίδια στιγμή που παραμένουν εκκρεμότητες οι οποίες επηρεάζουν την εργασία και την αξιοπρέπεια ανθρώπων που υπηρετούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Το ίδιο ισχύει για τις ανησυχίες που εκφράζονται για τις σχολικές υποδομές, την ειδική εκπαίδευση και τις συνθήκες λειτουργίας των σχολείων. Όλα αυτά δεν είναι ενοχλητικές λεπτομέρειες. Είναι ουσιαστικά ζητήματα που απαιτούν πολιτική ευθύνη και αποτελεσματική διαχείριση. Η υπουργός πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την αποκλιμάκωση Η πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία του Υπουργείου ανήκει στην πολιτική του ηγεσία. Και όταν η αντιπαράθεση με σχεδόν ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα γίνεται επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, δεν αρκεί να αποδίδονται όλες οι ευθύνες στις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η υπουργός Παιδείας πρέπει να αναρωτηθεί γιατί τόσα διαφορετικά ζητήματα καταλήγουν σε συγκρούσεις. Γιατί οι εκπαιδευτικές οργανώσεις αισθάνονται ότι πρέπει να προσφεύγουν σε δημόσιες διαμαρτυρίες για να εισακουστούν. Γιατί η συζήτηση για το μέλλον της εκπαίδευσης επισκιάζεται τόσο συχνά από αντιπαραθέσεις. Η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής απαιτεί ηγεσία, συνθετική ικανότητα και διάθεση συνεργασίας. Δεν απαιτεί διαρκή επίδειξη ισχύος ούτε τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο κάθε διαφωνία αντιμετωπίζεται ως αντιπαράθεση με το Υπουργείο. Μια υπουργός Παιδείας πρέπει να μπορεί να ενώνει τον εκπαιδευτικό κόσμο γύρω από κοινούς στόχους. Να εμπνέει εμπιστοσύνη και να δημιουργεί προϋποθέσεις συνεργασίας. Όχι να βρίσκεται διαρκώς απέναντι από εκείνους που καλείται να έχει δίπλα της. Η Παιδεία δεν αντέχει άλλες συγκρούσεις Το μεγαλύτερο θύμα αυτής της παρατεταμένης έντασης κινδυνεύει να είναι το ίδιο το δημόσιο σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται σταθερότητα και υποστήριξη για να επιτελέσουν το έργο τους. Οι μαθητές χρειάζονται ένα σχολείο που να λειτουργεί με προγραμματισμό, συνέπεια και ποιότητα. Οι γονείς χρειάζονται ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο να μπορούν να εμπιστεύονται. Αυτό που δεν χρειάζονται είναι μια διαρκής αναμέτρηση μεταξύ Υπουργείου και εκπαιδευτικών οργανώσεων. Η υπουργός Παιδείας έχει μπροστά της μια επιλογή: να συνεχίσει στον δρόμο της αντιπαράθεσης ή να αναλάβει πρωτοβουλία για μια πραγματική επανεκκίνηση του διαλόγου με ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα. Η ευθύνη της είναι μεγάλη. Γιατί η Παιδεία δεν είναι πεδίο προσωπικών αντιπαραθέσεων, ούτε χώρος επίδειξης πολιτικής ισχύος. Η Παιδεία χρειάζεται ηγεσία που να ακούει, να συνθέτει και να ενώνει. Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται μια υπουργό που να αντιλαμβάνεται ότι οι εκπαιδευτικοί δεν είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει, αλλά οι βασικοί συνεργάτες με τους οποίους οφείλει να οικοδομήσει τη λύση.

Read full article →