Ο δαίμων του τυπογραφείου: Όταν ο στίβος έγινε… στήθος
Από το μελάνι στην οθόνη, οι λέξεις έχουν τις δικές τους περιπέτειες. Παλιά αποκόμματα του κυπριακού Τύπου θυμίζουν τις παραδρομές που έγιναν αφορμή για διορθώσεις, πειράγματα και χαμόγελα. Τον παλιό καιρό με εκείνη την τρυφερότητα που ένας DJ λέει «τότε που παίζαμε βινύλιο» η είδηση μύριζε μελάνι. Η εφημερίδα είχε βάρος, δίπλωνε στα τέσσερα, περνούσε από χέρι σε χέρι και κάποτε άφηνε το αποτύπωμά της στα δάχτυλα. Η ανάγνωση είχε τη δική της μικρή τελετουργία. Σε εκείνον τον κόσμο κατοικούσε και ένα παράξενο πλάσμα: ο δαίμων του τυπογραφείου. Εμφανιζόταν όταν ένα γράμμα άλλαζε θέση, μια λέξη έχανε μια συλλαβή ή μια φράση έφτανε στο χαρτί διαφορετική από ό,τι είχε ξεκινήσει. «Έβαλε πάλι το χέρι του ο διαβολάκος», έλεγαν, και η αμηχανία έδινε τη θέση της σε ένα χαμόγελο. Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών τον καταγράφει ως την «υποτιθέμενη αιτία» τυπογραφικών λαθών ή παραλείψεων. Η έκφραση είχε ανθρώπινη ζεστασιά: αναγνώριζε ότι η φροντίδα και η αβλεψία μπορούν κάποτε να συνυπάρξουν στην ίδια σελίδα. Στην παλιά χειροστοιχειοθεσία, η διαδρομή της λέξης περνούσε κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των τεχνιτών. Τα μεταλλικά στοιχεία τοποθετούνταν ένα ένα, σχηματίζοντας λέξεις, αράδες και σελίδες. Ακολουθούσε το δοκίμιο, η δοκιμαστική εκτύπωση για τον έλεγχο πριν από την παραγωγή. Στον τόμο Printing and Misprinting του Oxford University Press καταγράφονται σωζόμενα δοκίμια ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1450. Η τυπογραφία και η διόρθωση μεγάλωσαν μαζί. Κάποιες παραδρομές απέκτησαν ιστορική διασημότητα. Σε αγγλική Βίβλο του 1631 παραλείφθηκε το «not» από την εντολή κατά της μοιχείας, αντιστρέφοντας το νόημά της. Η έκδοση έμεινε γνωστή ως «Wicked Bible», η «Αμαρτωλή Βίβλος». Σε άλλη, τυπωμένη στην Οξφόρδη το 1717, η επικεφαλίδα της παραβολής του αμπελώνα έγραψε «vinegar» αντί «vineyard»: ξίδι αντί αμπελώνας. Έτσι προέκυψε η «Vinegar Bible». Μερικά γράμματα εξασφάλισαν σε αυτές τις εκδόσεις μια αναγνωρισιμότητα που κανείς δεν είχε σχεδιάσει. Στα παλιά αποκόμματα του κυπριακού Τύπου, ο δαίμων εμφανίζεται εξίσου δραστήριος, αλλά συχνά πιο εύθυμος. Σε ένα σχόλιο για τη μικρή προσέλευση στους αγώνες στίβου «Μάτσεια ’85», σε αντιδιαστολή με το ενδιαφέρον για έναν γυναικείο ποδοσφαιρικό αγώνα, ο «στίβος» είχε μεταμορφωθεί σε «στήθος». Και τα ίδια τα «Μάτσεια» είχαν γίνει «Μάτεια». Ο συνάδελφος που εντόπιζε τις παραδρομές δεν άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Φανταζόταν τον σχολιογράφο απορροφημένο από τα «ποδοσφαιρικά… στήθια», να χάνει και ένα γράμμα από το όνομα των αγώνων. Η αναφορά στην περιορισμένη προσέλευση είχε αποκτήσει, άθελά της, διαφορετικό θέαμα. Και η επόμενη στήλη είχε βρει έτοιμο το υλικό της. Σε άλλο απόκομμα, η γεωπολιτική άλλαζε με μία λέξη: το «ιμπεριαλιστικό ενδιαφέρον» είχε τυπωθεί «ισραηλιτικό ενδιαφέρον». Η εφημερίδα αποκαθιστούσε τη διατύπωση και εξέφραζε τη λύπη της τόσο προς τους αναγνώστες όσο και προς την πρεσβεία του Ισραήλ. Η διόρθωση είχε αποκτήσει διπλωματικό παραλήπτη. Αλλού, ένα υστερόγραφο διευκρίνιζε ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν είχε ταχθεί υπέρ της αμνηστίας των «Χημικών», αλλά του Βασιλικού. Ο συντάκτης άρχιζε εξηγώντας ότι ο δαίμων είχε ταχθεί «ΚΑΤΑ της στήλης και του γράφοντος». Το κεφαλαίο «ΚΑΤΑ» προσέδιδε στον αόρατο επισκέπτη σχεδόν προσωπική εμπάθεια. Ιδιαίτερη αδυναμία φαίνεται πως είχε και στα ονόματα. Ο Μαρκ Τουέιν εμφανιζόταν ως «Μαρκ Τουέφι», ακολουθούσε συναδελφική διόρθωση και έπειτα νέο σχόλιο για το μπέρδεμα. Η μικρή περιπέτεια του επωνύμου κατέληγε να θυμίζει ότι ο Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, ο άνθρωπος πίσω από το ψευδώνυμο Μαρκ Τουέιν, είχε εργαστεί και ο ίδιος ως τυπογράφος και δημοσιογράφος. Θα αναγνώριζε την κατάσταση. Σε άλλο υστερόγραφο, ένα ρητό είχε αποδοθεί στον «Μάτση» αντί στον Μαχ. Η αποκατάσταση έκλεινε με μια υπόσχεση: «Για τα ρητά του φίλου Μάτση, σε ειδικό κείμενο». Ακόμη και η συγγνώμη μπορούσε να έχει το δικό της μικρό συγγραφικό εύρημα. Αυτά τα αποκόμματα διασώζουν περισσότερα από λάθη. Διασώζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι της εφημερίδας συνομιλούσαν μεταξύ τους και με το κοινό τους. Διόρθωναν, εξηγούσαν, πείραζαν και δέχονταν πειράγματα. Πίσω από τις αράδες υπήρχαν συγγραφείς, στοιχειοθέτες, διορθωτές και τυπογράφοι, με κοινή φροντίδα να φτάσει το κείμενο όσο γίνεται καλύτερο στον αναγνώστη. Σήμερα οι κάσες με τα στοιχεία έδωσαν τη θέση τους στα πληκτρολόγια. Οι διορθώσεις γίνονται γρηγορότερα, αλλά η αυτόματη διόρθωση έχει τις δικές της εμπνεύσεις και το βιαστικό δάχτυλο εξακολουθεί να βρίσκει το διπλανό πλήκτρο. Παραμένει και εκείνη η γνώριμη στιγμή: διαβάζεις πολλές φορές ένα κείμενο και, μόλις το δεις δημοσιευμένο, ανακαλύπτεις κάτι που προηγουμένως είχε περάσει απαρατήρητο. Ακολουθούν η διόρθωση, ένα χαμόγελο αναγνώρισης και η συνέχεια της δουλειάς. Ίσως γι’ αυτό άντεξε τόσο η παλιά έκφραση. Έδινε στις μικρές ατέλειες ένα όνομα και στους ανθρώπους έναν ευγενικό τρόπο να τις αντιμετωπίζουν. Όπως το βινύλιο κράτησε το χαρακτηριστικό του τρίξιμο, έτσι και η γραφή διατηρεί κάτι από το ανθρώπινο χέρι που τη δημιουργεί. Ο δαίμων του τυπογραφείου δεν βγήκε ποτέ στη σύνταξη. Μόνο που τώρα, αντί να μυρίζει μελάνι, ζητά τον κωδικό του Wi-Fi. Πηγές: Ακαδημία Αθηνών, Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας/Oxford University Press, Printing and Misprinting/Cambridge University Library, Great and Manifold Blessings/Museum of the Bible/Αποκόμματα κυπριακού Τύπου.
