Depository of News

Η προσάρτηση της Κύπρου στις 5/11/1914: Όταν ο διαχειριστής έγινε ιδιοκτήτης

newsdepo.com · world

Η Βρετανία διοικούσε την Κύπρο επί 36 χρόνια προτού την προσαρτήσει. Η απόσταση ανάμεσα στον έλεγχο και την κυριαρχία παραμένει επίκαιρη. Και πριν από οποιαδήποτε νέα συμφωνία, υπάρχει ένα ερώτημα που απαιτεί απάντηση: τι συμβαίνει εάν η Τουρκία δεν εφαρμόσει όσα υπογράψει; Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη Στις 5 Νοεμβρίου 1914, η Κύπρος άλλαξε καθεστώς χωρίς να αλλάξει διοικητή. Ο Βρετανός παρέμεινε στο γραφείο του, οι υπηρεσίες συνέχισαν να λειτουργούν και οι κάτοικοι εξακολούθησαν να ζουν υπό βρετανική διοίκηση. Κι όμως, κάτι θεμελιώδες είχε συμβεί: το Λονδίνο προσάρτησε το νησί. Εκείνο που διοικούσε από το 1878, διατηρώντας τυπικά την οθωμανική κυριαρχία, το ανακήρυξε πλέον βρετανικό έδαφος. Αυτή η διαφορά, ανάμεσα στο «ελέγχω» και στο «μου ανήκει», μπορεί να μοιάζει λεπτομέρεια σε μια παλιά συνθήκη. Για την Κύπρο, όμως, παραμένει ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της ύπαρξής της. Η αφετηρία βρισκόταν στη συμφωνία του 1878. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε στη Βρετανία την κατοχή και τη διοίκηση της Κύπρου, χωρίς να μεταβιβάσει την κυριαρχία της. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιότυπη κατάσταση: άλλος είχε τον τυπικό τίτλο και άλλος ασκούσε την εξουσία. Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, η Βρετανία προχώρησε στη μονομερή προσάρτηση, στις 5 Νοεμβρίου 1914. Η Τουρκία αναγνώρισε την προσάρτηση με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, ενώ το 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε αποικία του Στέμματος. Τρεις διαφορετικές πράξεις, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η αλλαγή δεν αφορούσε μόνο χάρτες και διπλωματικά έγγραφα. Έφθανε μέχρι την υπηκοότητα των ανθρώπων. Η προκήρυξη που υπογράφηκε στις 3 Μαρτίου 1915 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Μαρτίου ρύθμιζε τη μετάβαση στη βρετανική υπηκοότητα. Για τους Οθωμανούς υπηκόους που ενέπιπταν στις διατάξεις της, η διατήρηση της οθωμανικής υπηκοότητας απαιτούσε δήλωση πριν από τις 4 Απριλίου 1915 και, εφόσον βρίσκονταν στην Κύπρο κατά τη δήλωση, αναχώρηση εντός δύο μηνών από τη δική τους ημερομηνία επιλογής. Το δίμηνο μετρούσε από την ατομική δήλωση. Η εξουσία μπορούσε να αλλάξει το καθεστώς του τόπου και κατόπιν να απαιτήσει από τον κάτοικό του να επιλέξει ανάμεσα στην υπηκοότητα και την παραμονή. Η ιστορία αυτή δεν αποτελεί προφητεία για το σήμερα. Η αποικιοκρατική πραγματικότητα του 1914 και η διεθνής έννομη τάξη του 21ου αιώνα διαφέρουν ουσιωδώς. Αναδεικνύει, όμως, κάτι που οι μικρές χώρες δεν έχουν την πολυτέλεια να ξεχνούν: ο πραγματικός έλεγχος ενός εδάφους και ο νόμιμος τίτλος κυριαρχίας είναι διαφορετικά πράγματα. Και όποιος διαθέτει το ένα μπορεί να επιδιώξει να αποκτήσει και το άλλο. Στη σημερινή Κύπρο, η στρατιωτική κατοχή δεν μεταβιβάζει κυριαρχία στην Τουρκία. Η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος. Το ίδιο το ευρωπαϊκό δίκαιο περιγράφει τις κατεχόμενες περιοχές ως περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η κυβέρνησή της δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Εκεί αναστέλλεται η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο 10. Η διατύπωση διαχωρίζει με ακρίβεια την κυριαρχία από τη δυνατότητα άσκησης εξουσίας. Αυτό εξηγεί και γιατί μια ενδεχόμενη απόπειρα προσάρτησης των κατεχομένων θα αποτελούσε διαφορετική πράξη από τη συνέχιση της κατοχής. Θα επιχειρούσε να μετατρέψει τον στρατιωτικό έλεγχο σε αξίωση κυριαρχίας. Μια τέτοια πράξη δεν θα αποκτούσε νομιμότητα επειδή θα ανακοινωνόταν ή επειδή θα συνεχιζόταν επί χρόνια. Θα δημιουργούσε, ωστόσο, ακόμη ένα τετελεσμένο προς αντιμετώπιση. Η διεθνής παρανομία και η πρακτική ανατροπή της δεν είναι ταυτόσημες υποθέσεις. Εδώ αρχίζει το δυσκολότερο μέρος της συζήτησης για οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού. Μια συμφωνία πρέπει να αξιολογείται και με βάση το ενδεχόμενο παραβίασής της. Ποιος θα διαπιστώνει την αθέτηση; Ποιος θα επιβάλλει τη συμμόρφωση; Με ποια μέσα, μέσα σε πόσο χρόνο και με ποιες συνέπειες για εκείνον που παραβιάζει; Η Κύπρος διαθέτει ήδη οδυνηρή εμπειρία από την απόσταση ανάμεσα στην υπογραφή και την εφαρμογή. Η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 περιλαμβάνει δεσμεύσεις για την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας, καθώς και απαγόρευση προώθησης της ένωσης με άλλο κράτος ή της διχοτόμησης. Η ύπαρξη αυτών των δεσμεύσεων δεν απέτρεψε την τραγωδία που ακολούθησε. Δεν χρειάζεται, επομένως, η απόλυτη και ιστορικά απρόσεκτη διατύπωση ότι η Τουρκία «ουδέποτε τηρεί οποιαδήποτε συμφωνία». Χρειάζεται η συγκεκριμένη εξέταση υποχρεώσεων, παραβιάσεων και μηχανισμών επιβολής. Αυτή είναι πολύ ισχυρότερη από ένα σύνθημα. Στην υπόθεση «Κύπρος κατά Τουρκίας», το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιδίκασε το 2014 συνολικά 90 εκατομμύρια ευρώ: 30 εκατομμύρια για την ηθική βλάβη των συγγενών αγνοουμένων και 60 εκατομμύρια για την ηθική βλάβη των εγκλωβισμένων Ελληνοκυπρίων της Καρπασίας. Η μεταγενέστερη εποπτεία της εκτέλεσης κατέγραψε τη μη καταβολή και επανειλημμένες απαιτήσεις συμμόρφωσης. Μια δικαστική νίκη μπορούσε να είναι απολύτως σαφής και η εφαρμογή της να παραμένει εκκρεμής. Στα Βαρώσια, επίσης, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν εμπόδισαν μονομερείς ενέργειες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταδίκασε το 2021 τα βήματα περαιτέρω ανοίγματος της περίκλειστης περιοχής, υπενθυμίζοντας τις αποφάσεις 550 και 789. Οι κανόνες υπήρχαν. Το πρόβλημα βρισκόταν στην επιβολή τους. Αυτά τα παραδείγματα καθιστούν αναγκαίο έναν πολύ αυστηρότερο σχεδιασμό της συμφωνίας που επιδιώκουμε. Η αποχώρηση στρατευμάτων, η επιστροφή εδαφών, η ασφάλεια, οι περιουσίες και η λειτουργία των θεσμών χρειάζονται επαληθεύσιμα στάδια, σαφείς προθεσμίες και συνέπειες που να μπορούν πράγματι να ενεργοποιηθούν. Χρειάζεται, κυρίως, προσοχή στη σειρά των ενεργειών: ποιες δεσμεύσεις εφαρμόζονται πρώτες και ποιες παραχωρήσεις καθίστανται μη αναστρέψιμες προτού εκπληρωθούν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. Το ίδιο ισχύει για την εκ περιτροπής προεδρία και για κάθε άλλη θεμελιώδη συνταγματική ρύθμιση που συζητείται. Η αξιολόγησή της απαιτεί να γνωρίζουμε το σύνολο της συμφωνίας: τη συνέχεια του κράτους, τις αρμοδιότητες, τις δικλίδες λειτουργίας, την ασφάλεια και τον τρόπο αντιμετώπισης μιας σοβαρής παραβίασης. Μια παραχώρηση αποκτά το πραγματικό της βάρος μέσα στο σύστημα στο οποίο θα λειτουργήσει. Και μια προαποδοχή περιορίζει τη διαπραγμάτευση προτού γνωρίζουμε ολόκληρο το αντάλλαγμα. Στις 5 Νοεμβρίου 1914, η Βρετανία μετέτρεψε μονομερώς τη διοίκηση σε προσάρτηση. Σήμερα, η δική μας ευθύνη είναι να διαφυλάξουμε την κρατική υπόσταση της Κύπρου και να επιδιώξουμε μια λύση της οποίας η εφαρμογή θα αντέχει στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει ευθύνη να επιδιώκει τη λύση. Έχει συγχρόνως ευθύνη να εξηγήσει στους πολίτες πώς θα προστατεύονται εάν η άλλη πλευρά παραβιάσει τη συμφωνία. Πριν ζητήσει την εμπιστοσύνη τους, οφείλει να παρουσιάσει συγκεκριμένη απάντηση στο δυσκολότερο ερώτημα της επόμενης ημέρας: Εάν εμείς έχουμε ήδη παραδώσει όσα συμφωνήσαμε και η Τουρκία δεν παραδώσει τα δικά της, τι ακριβώς θα κρατάμε ακόμη στα χέρια μας; Πηγές: Cyprus (Annexation) Order in Council, 1914/ προκήρυξη περί υπηκοότητας, Μάρτιος 1915, και Cyprus Annexation Order in Council, 1917:Συνθήκη της Λωζάννης, άρθρο 20· Συνθήκη Εγγυήσεως, 1960/Πρωτόκολλο 10 της Πράξης Προσχώρησης στην ΕΕ· ΕΔΑΔ, «Κύπρος κατά Τουρκίας», απόφαση 12 Μαΐου 2014/Συμβούλιο της Ευρώπης, εποπτεία εκτέλεσης αποφάσεων· Συμβούλιο Ασφαλείας ΟΗΕ, αποφάσεις 550 και 789/Συμβούλιο της ΕΕ, δήλωση για τα Βαρώσια, 27 Ιουλίου 2021. *Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ανεξάρτητος σύμβουλος και Ιστοριοδίφης της Συλλογικής Μνήμης. Μέσα από το «Παλαιολόγιο» αναζητεί τις λεπτομέρειες του παρελθόντος που φωτίζουν τα ερωτήματα του παρόντος.

Read full article →