«You idiot!» Τόσα αγγλικά έμαθες, στα ελληνικά θα με βρίσεις;
«You idiot!» Το φωνάζει ο οδηγός από το παράθυρο, μόλις του κόψεις τον δρόμο. Αν είχε γεννηθεί δυόμισι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον πρόγονο της ίδιας λέξης για να πει απλώς ότι δεν είσαι γιατρός. Όλα ξεκινούν από το αρχαίο «ἴδιος», που σήμαινε «δικός του», «προσωπικός». Από εκεί βγήκε ο «ἰδιώτης», ο απλός πολίτης απέναντι στον άρχοντα ή ο απλός στρατιώτης απέναντι στον στρατηγό. Αυτή η σημασία ζει ακόμη στα ελληνικά. Όταν λέμε «κράτος και ιδιώτες» ή όταν ένας υπουργός αφήνει το αξίωμά του και «ιδιωτεύει», η λέξη δηλώνει την ιδιότητα με την οποία εμφανίζεται κανείς στη δημόσια ζωή. «Ἰδιώτης» λεγόταν επίσης ο άνθρωπος που δεν κατείχε μια τέχνη. Ένας έμπειρος ναυτικός μπορούσε να είναι «ἰδιώτης» στα ιατρικά, όπως ένας γιατρός μπορούσε να είναι άπειρος στη ναυσιπλοΐα. Από τον άπειρο στον αμαθή η απόσταση ήταν μικρή. Στη Σαμία του Μενάνδρου, μάλιστα, κάποιος ακούει ήδη το «ἰδιῶτα» ως προσβολή. Ο Παύλος χρησιμοποιεί τη λέξη με την έννοια του μη ειδικού στη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή. «Εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης τῷ λόγῳ, ἀλλ’ οὐ τῇ γνώσει». Μπορεί να μην έχω την τέχνη του ρήτορα, λέει, ξέρω όμως για τι πράγμα μιλώ. Θα μπορούσε κανείς να γράψει τη φράση έξω από μερικά τηλεοπτικά στούντιο. Από τα ελληνικά η λέξη πέρασε στα λατινικά ως idiota, με τη σημασία του αμαθούς ή του απαίδευτου, και από τα γαλλικά έφτασε στα μεσαιωνικά αγγλικά. Στα αγγλικά χρησιμοποιήθηκε κάποτε και ως επίσημος χαρακτηρισμός ανθρώπων με σοβαρή νοητική αναπηρία. Στην καθημερινή ομιλία έγινε η βρισιά που μπορείς να πεις ακόμη και στον εαυτό σου, όταν κλείσεις την πόρτα και θυμηθείς ότι άφησες τα κλειδιά μέσα. Κυκλοφορεί συχνά η ιστορία ότι οι Αθηναίοι έλεγαν «ἰδιώτες» όσους δεν πήγαιναν να ψηφίσουν. Στον Επιτάφιο του Περικλή, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης, υπάρχει πράγματι μια αιχμή για όσους απείχαν από τα κοινά. Τον άνθρωπο αυτόν, λέει ο Περικλής, οι Αθηναίοι τον θεωρούσαν «οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ’ ἀχρεῖον». Με άλλα λόγια, τον έβλεπαν ως άχρηστο για την πόλη κι όχι ως κάποιον που απλώς κοίταζε τη δουλειά του. Η λέξη που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης είναι «ἀχρεῖος». Ο «ἰδιώτης» μπορούσε κάλλιστα να έχει γνώμη και να μετέχει στα κοινά χωρίς να κατέχει κανένα αξίωμα. Από όλες τις παλιές σημασίες της λέξης, πιο πολύ μου αρέσει εκείνη του ανθρώπου που ξέρει πού τελειώνει η τέχνη του. Σήμερα μπορείς να δεις τον ίδιο σχολιαστή να γνωματεύει το πρωί για ένα φάρμακο, το μεσημέρι για το Σύνταγμα και το βράδυ για μια ανασκαφή. Κι αν τον ρωτήσεις από πού τα ξέρει όλα αυτά, μπορεί και να σε πει idiot. Πηγές: Liddell–Scott–Jones, λήμμα «ἰδιώτης». Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, λήμματα «ιδιώτης» και «ιδιωτεύω». Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2.40.2. Β΄ προς Κορινθίους, κεφάλαιο 11, στίχος 6. Online Etymology Dictionary και Collins English Dictionary, λήμμα «idiot». *Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι Ιστοριοδίφης της Συλλογικής Μνήμης της Κύπρου. Στο «Παλαιολόγιο» διαβάζει την ιστορία και μέσα από τις λέξεις που την επέζησαν. Στη διαδρομή από τον «ἰδιώτη» στο idiot παρακολουθεί πώς μια λέξη που δήλωνε τη θέση κάποιου στην πόλη ή τη σχέση του με μια τέχνη έφτασε να κρίνει το μυαλό του.
