Depository of News

Ολγκιν: Διαμεσολάβηση ή αναζήτηση διπλωματικής εξόδου από το Κυπριακό;

newsdepo.com · world

Η αποστολή της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό, Μαρίας Άνχελα Ολγκίν, εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση. Οι τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις της, οι διαδοχικές επαφές με τους δύο ηγέτες, οι αναφορές της στην ανάγκη προόδου σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις για σύγκληση νέας διευρυμένης συνάντησης 5+1, αλλά και η αυξανόμενη έμφαση στην ευθύνη των δύο πλευρών για τη διατήρηση του αδιεξόδου, δημιουργούν ένα σύνθετο διπλωματικό τοπίο. Το ερώτημα πλέον δεν είναι απλώς αν η Ολγκίν εξακολουθεί να επιδιώκει την επανέναρξη των συνομιλιών. Είναι αν προτίθεται να αξιοποιήσει την πολιτική εντολή και τη θεσμική επιρροή που διαθέτει για να πιέσει προς μια συγκεκριμένη διαδικασία επανεκκίνησης ή αν, αντιλαμβανόμενη τα περιορισμένα περιθώρια επιτυχίας, διαμορφώνει σταδιακά τις προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς διπλωματικής εξόδου, χωρίς να χρεωθεί η ίδια την αποτυχία. Το ερώτημα αντανακλά τις αντιφάσεις μιας διαμεσολαβητικής προσπάθειας που, παρά τις επανειλημμένες επαφές και τις δημόσιες διαβεβαιώσεις περί αισιοδοξίας, εξακολουθεί να μην έχει μετατρέψει τη διπλωματική κινητικότητα σε ουσιαστική πολιτική πρόοδο. Παράθυρο ευκαιρίας που κλείνει Ιδιαίτερη σημασία έχει η προειδοποίηση της ίδιας της Ολγκίν, στις 28 Σεπτεμβρίου, σε συνέντευξή της στο τουρκικό πρακτορείο ANKA. Η απεσταλμένη του ΟΗΕ διαπίστωσε ότι το ευνοϊκό παράθυρο ευκαιρίας που υπήρχε κατά το προηγούμενο έτος και στις αρχές του 2026 σταδιακά χάνεται. Επικαλέστηκε το συγκρουσιακό κλίμα, την έλλειψη πολιτικής βούλησης και τις δυσμενείς περιφερειακές εξελίξεις, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά και το Κυπριακό. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη διπλωματική επισήμανση. Αποτελεί ουσιαστικά αναγνώριση ότι η διαδικασία δεν βρίσκεται απλώς σε καθυστέρηση, αλλά κινδυνεύει να χάσει τις ήδη περιορισμένες δυνατότητες επανεκκίνησης. Παράλληλα, μεταφέρει ένα σαφές μήνυμα προς τις δύο πλευρές: η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να συντηρεί επ' αόριστον μια διαδικασία επαφών, όταν απουσιάζουν οι πολιτικές αποφάσεις που θα επιτρέψουν τη μετάβαση σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Εδώ, ωστόσο, ανακύπτει μια κρίσιμη διάσταση. Η επισήμανση ότι το παράθυρο ευκαιρίας κλείνει μπορεί να λειτουργήσει ως προειδοποίηση για εντατικοποίηση των προσπαθειών, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να προετοιμάζει και το έδαφος για την τελική αποτίμηση μιας αποστολής που δεν κατόρθωσε να υπερβεί το αδιέξοδο. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές θα κριθεί από τις επόμενες ενέργειες της ίδιας της απεσταλμένης και όχι από τη συχνότητα των δημόσιων δηλώσεών της. Μετατόπιση ευθύνης και διπλωματικό άλλοθι Στις πρόσφατες παρεμβάσεις της, η Ολγκίν επαναλαμβάνει ότι η απόφαση για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ανήκει στους δύο ηγέτες. Η θέση αυτή είναι θεσμικά ορθή. Ο ΟΗΕ μπορεί να διευκολύνει, να διαμεσολαβήσει, να καταθέσει προτάσεις και να δημιουργήσει το πλαίσιο διαπραγμάτευσης, αλλά δεν μπορεί να επιβάλει πολιτική συμφωνία στις δύο κοινότητες. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη επίκληση της ευθύνης των δύο ηγετών αποκτά διαφορετική σημασία όταν δεν συνοδεύεται από σαφή προσδιορισμό των πραγματικών αιτίων του αδιεξόδου. Διότι η εξίσωση της ευθύνης για τη μη επανέναρξη δεν σημαίνει αυτομάτως και εξίσωση της ευθύνης για τις πολιτικές επιλογές που συντηρούν τη διαίρεση. Το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια διαφωνία δύο κοινοτικών ηγετών για τη διαδικασία, τη μεθοδολογία ή τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όπως η Ολγκίν αφήνει να νοηθεί. Είναι ένα διεθνές πολιτικό πρόβλημα, στο οποίο η Τουρκία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Η κατοχή, η στρατιωτική παρουσία της, το καθεστώς των εγγυήσεων, η ασφάλεια, η πολιτική ισότητα, η κατανομή εξουσιών και η επιμονή της τουρκικής πλευράς σε διαφορετική αντίληψη για τη μελλοντική κυριαρχική υπόσταση της Κύπρου αποτελούν ζητήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με γενικές εκκλήσεις για συνεννόηση. Αν, συνεπώς, η Ολγκίν περιοριστεί στην καταγραφή ότι οι δύο ηγέτες δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν, χωρίς να αναδείξει τις ουσιαστικές πολιτικές αποκλίσεις και τους παράγοντες που τις συντηρούν, η τελική αξιολόγηση της αποστολής της θα κινδυνεύσει να μετατραπεί σε μια ακόμη διπλωματική έκθεση διαχείρισης του αδιεξόδου. Μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε ασφαλώς την ανάγκη θεσμικής αποτίμησης της αποστολής της, αλλά δεν θα αποτελούσε ουσιαστική συμβολή στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Ο παράγοντας Τουρκία Το σημαντικότερο ερώτημα που οφείλει να αντιμετωπίσει η Ολγκίν αφορά την πραγματική πολιτική βούληση της Άγκυρας. Η ανάδειξη του Τουφάν Ερχιουρμάν στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας δημιούργησε προσδοκίες για μια διαφορετική προσέγγιση στο Κυπριακό και για ενδεχόμενη απομάκρυνση από την αδιαλλαξία που χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο. Η προσδοκία αυτή, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με αλλαγή της στρατηγικής της Τουρκίας. Ο Ερχιουρμάν μπορεί να εμφανίζεται ότι διαθέτει διαφορετικό πολιτικό λόγο και να είναι περισσότερο προσανατολισμένος στην επανέναρξη ενός διαλόγου. Δεν παύει, όμως, να λειτουργεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η Άγκυρα διατηρεί αποφασιστική επιρροή. Η πολιτική του αυτονομία, οι δυνατότητες διαπραγματευτικών πρωτοβουλιών και τα όρια των επιλογών του αποτελούν παραμέτρους που η διεθνής διαμεσολάβηση οφείλει να αξιολογήσει με ρεαλισμό. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μια πιθανή αδυναμία της μέχρι σήμερα προσέγγισης. Η διατήρηση επικοινωνίας με την τουρκοκυπριακή ηγεσία είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται παράλληλη και ουσιαστική πολιτική παρέμβαση προς την Άγκυρα, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πραγματική πρόθεση επανέναρξης διαπραγματεύσεων στη βάση των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και του συμφωνημένου πλαισίου λύσης. Η Ολγκίν δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την Τουρκία απλώς ως μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις που θα συμμετάσχουν σε μια νέα Πενταμερή. Πρέπει να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει τον καθοριστικό πολιτικό ρόλο της στη διαμόρφωση της τουρκοκυπριακής στάσης. Χωρίς σαφή ένδειξη ότι η Άγκυρα αποδέχεται την επανέναρξη μιας ουσιαστικής διαπραγματευτικής διαδικασίας, με συγκεκριμένο πλαίσιο και προοπτική συνολικής διευθέτησης, η σύγκληση μιας ακόμη διευρυμένης συνάντησης ενδέχεται να αποδειχθεί περισσότερο επικοινωνιακό γεγονός παρά πραγματικό βήμα προς τη λύση. Η Πενταμερής ως στόχος ή ως αυτοσκοπός; Η πρόσφατες δηλώσεις της Ολγκίν ότι παραμένει αισιόδοξη για τη σύγκληση συνάντησης 5+1 πριν από το τέλος του 2026, έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ίδια συνέδεσε την προοπτική αυτή με την πρόοδο σε τρεις συγκεκριμένους άξονες: τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τη μεθοδολογία και την ουσία των διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι συνεχίζει να πιέζει, σύμφωνα με την εντολή που έχει λάβει από τον Γενικό Γραμματέα. Η θέση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι η διπλωματική προσπάθεια παραμένει ενεργή. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι έχει εξασφαλιστεί η αναγκαία πολιτική σύγκλιση. Οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Ολγκίν είναι αναμφίβολα σημαντικές. Το πρόβλημα είναι ότι μπορούν να λειτουργήσουν είτε ως γέφυρα προς τις διαπραγματεύσεις είτε ως πεδίο μιας νέας, ατέρμονης διαδικαστικής αντιπαράθεσης. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης πρέπει να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο και να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της επικοινωνίας και της συνεργασίας. Η διάνοιξη νέων οδοφραγμάτων, η συνεργασία σε ζητήματα περιβάλλοντος, πολιτικής προστασίας και καθημερινότητας, καθώς και η αντιμετώπιση εκκρεμοτήτων που επηρεάζουν άμεσα τους πολίτες, μπορούν να δημιουργήσουν θετικότερο κλίμα. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν την πολιτική διαπραγμάτευση. Αντίστοιχα, η μεθοδολογία είναι αναγκαία για να αποφευχθούν οι γνωστές παθογένειες προηγούμενων γύρων. Δεν μπορεί, ωστόσο, να μετατραπεί σε προϋπόθεση που θα πρέπει να συμφωνηθεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια πριν καν αρχίσει η συζήτηση επί της ουσίας. Και η ουσία είναι ακριβώς το δυσκολότερο μέρος. Αφορά το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης, τις προηγούμενες συγκλίσεις, την πολιτική ισότητα, την αποτελεσματική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στην ομοσπονδιακή διακυβέρνηση, τις εγγυήσεις, την ασφάλεια και τις εδαφικές και περιουσιακές πτυχές του προβλήματος. Μια νέα Πενταμερής δεν πρέπει, επομένως, να αποτελεί αυτοσκοπό. Η επιτυχία της δεν θα μετρηθεί από το αν θα πραγματοποιηθεί, αλλά από το αν θα δημιουργήσει συγκεκριμένη και συμφωνημένη προοπτική επανέναρξης των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Διαπραγματευτικό κεκτημένο και συγκλίσεις Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της αποστολής της Ολγκίν είναι η αναφορά της στην καταγραφή των συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις της περιόδου 2015-2017. Η αξιοποίηση αυτού του διαπραγματευτικού κεκτημένου αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για να μην επαναληφθεί το λάθος της επανεκκίνησης από μηδενική βάση. Η αποτυχία στο Κραν Μοντανά τον Ιούλιο του 2017 δεν ακύρωσε τις συγκλίσεις που είχαν επιτευχθεί ούτε εξαφάνισε το πλαίσιο των συζητήσεων. Η διατήρηση και αξιοποίησή τους θα μπορούσε να περιορίσει τις ατέρμονες επαναδιαπραγματεύσεις και να επιτρέψει την επικέντρωση στα ζητήματα που παρέμειναν ανοικτά. Εδώ η Ολγκίν έχει μια συγκεκριμένη ευθύνη, να διασφαλίσει, δηλαδή, ότι το προηγούμενο διαπραγματευτικό έργο δεν θα χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά ή αποσπασματικά από καμία πλευρά. Η αρχή ότι τίποτε δεν θεωρείται συμφωνημένο μέχρι να συμφωνηθούν όλα πρέπει να διατηρηθεί, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε πρόσχημα για αμφισβήτηση όσων έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής σύγκλισης. Η επιστροφή στο Κραν Μοντανά δεν σημαίνει μηχανική αναπαραγωγή της προηγούμενης διαδικασίας. Σημαίνει αξιοποίηση του κεκτημένου, με σαφή πολιτική βούληση να αντιμετωπιστούν τα εκκρεμή ζητήματα, περιλαμβανομένων των θεμάτων ασφάλειας και εγγυήσεων. Διπλωματική έξοδος: Μια υπαρκτή ερμηνεία Πρόσφατα δημοσιεύματα παρουσίασαν την εκτίμηση ότι η Ολγκίν αναζητεί τρόπο ολοκλήρωσης της αποστολής της χωρίς να επιβαρυνθεί η προσωπική και θεσμική της αξιοπιστία από τη συνέχιση του αδιεξόδου. Οι αναλύσεις συνδέουν αυτή την εκτίμηση με την αβεβαιότητα γύρω από την ανανέωση της εντολής της, την επικείμενη ολοκλήρωση της θητείας του Αντόνιο Γκουτέρες και τη μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης προς την ευθύνη των δύο ηγετών. Αναφέρονται, επίσης, στις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν ως προς τις συναντήσεις με εκπροσώπους των κατεχόμενων δήμων Αμμοχώστου και Μόρφου. Τα δημοσιεύματα αυτά καταγράφουν μια συγκεκριμένη δημοσιογραφική ανάγνωση των κινήσεών της, όχι αποδεδειγμένη πρόθεση της ίδιας. Δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί δεδομένο ότι η Ολγκίν έχει ήδη επιλέξει την αποχώρηση. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον όταν συνεκτιμηθεί με τις επανειλημμένες αναφορές της στην ευθύνη των ηγετών και στην απώλεια του παραθύρου ευκαιρίας. Υπάρχει, άλλωστε, μια γνωστή διπλωματική πρακτική, που όταν ένας διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι οι πολιτικές προϋποθέσεις για επιτυχία δεν υφίστανται, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο τελικής αποτίμησης που να καταγράφει τις προσπάθειες που έγιναν, τις προτάσεις που υποβλήθηκαν και τις διαφωνίες που παρέμειναν. Με αυτόν τον τρόπο, η αποτυχία δεν αποδίδεται στην ανεπάρκεια της διαμεσολάβησης, αλλά στην απουσία πολιτικής συναίνεσης μεταξύ των εμπλεκομένων. Δεν πρόκειται αναγκαστικά για προσωπική σκοπιμότητα. Είναι, όμως, μια εξέλιξη που ο ΟΗΕ πρέπει να αποφύγει, εάν θέλει η αποστολή της προσωπικής απεσταλμένης να αφήσει ουσιαστικό διπλωματικό αποτύπωμα. Η 9η Νοεμβρίου και η δοκιμασία της αξιοπιστίας Η προγραμματισμένη τριμερής συνάντηση της 9ης Νοεμβρίου μεταξύ της Ολγκίν, του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν αποτελεί το επόμενο σημαντικό σημείο αναφοράς. Η σημασία της δεν βρίσκεται απλώς στη συνέχιση της επικοινωνίας. Βρίσκεται στη δυνατότητα να διαπιστωθεί αν οι χωριστές επαφές έχουν δημιουργήσει κοινό έδαφος για συγκεκριμένες αποφάσεις. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει δηλώσει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά αναμένει απαντήσεις στις προτάσεις που έχει υποβάλει και έχει εκφράσει την ετοιμότητά του για κοινή συνάντηση με την Ολγκίν και τον Ερχιουρμάν. Από την άλλη, η ίδια η απεσταλμένη έχει δηλώσει ότι η συνάντησή της με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη ήταν θετική και ότι παραμένει αισιόδοξη. Η αξιολόγηση, όμως, πρέπει να είναι συγκεκριμένη. Υπάρχει συμφωνία για τη βάση λύσης; Υπάρχει κοινή αντίληψη για τη μεθοδολογία; Έχουν προσδιοριστεί οι συγκλίσεις που θα αποτελέσουν το σημείο εκκίνησης; Υπάρχει πρόοδος στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης; Έχει διερευνηθεί η στάση της Άγκυρας ως προς τη συμμετοχή της σε μια διαδικασία με πραγματική προοπτική συνολικής διευθέτησης; Αν από την τριμερή προκύψουν μόνο γενικές διαβεβαιώσεις, η διπλωματική κινητικότητα θα συνεχιστεί χωρίς να έχει μεταβληθεί η ουσία του προβλήματος. Αν, αντίθετα, διαμορφωθεί συγκεκριμένο πλαίσιο συμφωνίας και χρονοδιάγραμμα ενεργειών, θα υπάρχει πραγματικό περιεχόμενο για την επόμενη φάση. Η Ολγκίν καλείται, επομένως, να αποδείξει ότι η διαμεσολάβηση δεν περιορίζεται στην οργάνωση συναντήσεων, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία παραγωγής πολιτικών αποτελεσμάτων. Τι οφείλει να διεκδικήσει η Ολγκίν από τις δύο πλευρές Αν η απεσταλμένη επιθυμεί να αφήσει ουσιαστικό αποτέλεσμα, θα πρέπει να κινηθεί σε πέντε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Πρώτον, να εξασφαλίσει σαφή και ανεπιφύλακτη επιβεβαίωση της βάσης λύσης, όπως αυτή καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας: διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Η πολιτική ισότητα δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως αποδοχή δύο κυρίαρχων κρατών, ούτε η ομοσπονδιακή λύση να παραμένει μια γενική διακήρυξη χωρίς συμφωνημένο θεσμικό περιεχόμενο. Δεύτερον, να απαιτήσει ουσιαστική εμπλοκή της Τουρκίας. Η Άγκυρα πρέπει να κληθεί να αποσαφηνίσει τη θέση της για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, τις εγγυήσεις, την ασφάλεια και τη μελλοντική συνταγματική και διεθνή υπόσταση της Κύπρου. Τρίτον, να προωθήσει συγκεκριμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με σαφές χρονοδιάγραμμα και αμοιβαίες δεσμεύσεις. Η Αμμόχωστος, τα οδοφράγματα και η συνεργασία σε πρακτικά ζητήματα δεν πρέπει να αποτελούν απλώς αντικείμενα διαλόγου, αλλά πεδία μετρήσιμης προόδου. Τέταρτον, να διασφαλίσει την αξιοποίηση των προηγούμενων συγκλίσεων, ώστε η νέα διαδικασία να μην εξελιχθεί σε επανάληψη των ίδιων συζητήσεων. Η μεθοδολογία πρέπει να υπηρετεί την ουσία και όχι να την υποκαθιστά. Πέμπτον, να επιδιώξει συγκεκριμένη απόφαση για τη σύγκληση της 5+1, με συμφωνημένη ημερήσια διάταξη, σαφή στόχο και προοπτική άμεσης επανέναρξης των ουσιαστικών συνομιλιών. Όχι αποχώρηση αλλά αποτέλεσμα Η Μαρία Άνχελα Ολγκίν βρίσκεται ενώπιον μιας κρίσιμης διπλωματικής επιλογής. Οι δημόσιες τοποθετήσεις της δεν τεκμηριώνουν ότι έχει ήδη αποφασίσει να αποχωρήσει από το Κυπριακό. Η επιμονή της στη σύγκληση νέας Πενταμερούς, η προγραμματισμένη τριμερής και οι δηλώσεις της ότι θα συνεχίσει τις προσπάθειες μέχρι την τελευταία ημέρα της εντολής του Γενικού Γραμματέα δείχνουν ότι η διαδικασία παραμένει ενεργή. Ωστόσο, η επανάληψη της αισιοδοξίας δεν αρκεί. Η πραγματική δοκιμασία της αποστολής της βρίσκεται στην ικανότητά της να μετατρέψει τις επαφές σε δεσμεύσεις, τις δεσμεύσεις σε συμφωνημένη μεθοδολογία και τη μεθοδολογία σε επανέναρξη διαπραγματεύσεων. Είναι επίσης απαραίτητο να καταστεί σαφές ότι η ευθύνη των δύο ηγετών δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως γενική και αδιαφοροποίητη εξήγηση για κάθε αποτυχία. Η διεθνής διαμεσολάβηση οφείλει να καταγράφει τις πραγματικές αποκλίσεις, να προσδιορίζει τις θέσεις των εμπλεκομένων και να αντιμετωπίζει με πολιτική ευθύτητα τον καθοριστικό ρόλο της Τουρκίας. Το Κυπριακό δεν χρειάζεται ακόμη μια Πενταμερή για να επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει πρόβλημα. Χρειάζεται μια Πενταμερή που θα δημιουργήσει πραγματικές προϋποθέσεις υπέρβασης του αδιεξόδου. Διαφορετικά, η διαδικασία θα αναπαράγει τον εαυτό της, προσφέροντας διπλωματική κινητικότητα χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα. Η Ολγκίν έχει μπροστά της μια τελευταία σημαντική ευκαιρία να προσδώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στην αποστολή της. Να μετακινηθεί από την απλή διευκόλυνση των επαφών στην ενεργότερη διαμόρφωση μιας πολιτικής συμφωνίας για την επανέναρξη των συνομιλιών. Να μην περιοριστεί στην καταγραφή των διαφωνιών, αλλά να απαιτήσει συγκεκριμένες απαντήσεις από εκείνους που έχουν την πολιτική δύναμη να τις υπερβούν. Συμπερασματικά, η επιτυχία ενός διεθνούς διαμεσολαβητή δεν μετριέται από το πόσο ανώδυνα ολοκλήρωσε την αποστολή του, αλλά από το αν κατόρθωσε να μετακινήσει μια υπόθεση από τη στασιμότητα προς την πολιτική λύση. Και για το Κυπριακό, αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο, δηλαδή όχι άλλη μία διαχείριση του αδιεξόδου, αλλά ουσιαστική επανέναρξη διαπραγματεύσεων, με σαφή βάση, αξιοποίηση του διαπραγματευτικού κεκτημένου και πραγματική δέσμευση όλων των εμπλεκομένων. Αυτή είναι η πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει η Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Και αυτή είναι η ουσιαστική δοκιμασία της αξιοπιστίας των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό. *Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University.

Read full article →