Depository of News

Βίαζε τη 10χρονη γειτόνισσά του στη Λεμεσό- «Όχι» σε αύξηση ποινής

newsdepo.com · world

Την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης επτά και τεσσάρων ετών σε άνδρα που κρίθηκε ένοχος για δύο αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού επικύρωσε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι οι ποινές χαρακτηρίστηκαν ιδιαιτέρως επιεικείς και ότι κινούνται στο όριο του επιτρεπτού πλαισίου, το Εφετείο έκρινε πως δεν ήταν τέτοια η απόκλιση από τη νομολογία ή η αναντιστοιχία με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που να δικαιολογεί την παρέμβασή του. Η υπόθεση αφορά περιστατικά που διαπράχθηκαν το καλοκαίρι του 2018 στη Λεμεσό, όταν το θύμα ήταν μόλις 10 ετών. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν γείτονας και φίλος του πατέρα του παιδιού, καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού για συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί κάτω των 13 ετών, καθώς και για πρόκληση του παιδιού να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων. Οι συνθήκες που καθιστούσαν το παιδί ιδιαίτερα ευάλωτο Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση, το παιδί προερχόταν από οικογένεια με σοβαρές κοινωνικές και προσωπικές δυσκολίες. Οι γονείς του ήταν βουλγαρικής υπηκοότητας και αντιμετώπιζαν προβλήματα που επηρέαζαν τη λειτουργία της οικογένειας. Ο πατέρας παρουσίαζε εξάρτηση από το αλκοόλ, ενώ η μητέρα αντιμετώπιζε ψυχιατρικές δυσκολίες και είχε χρειαστεί νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική. Στην οικογένεια είχαν επίσης καταγραφεί περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο για βιοποριστικούς λόγους και άλλαζε συχνά χώρους διαμονής. Το παιδί περνούσε αρκετές ώρες μόνο του, καθώς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας εργάζονταν, ενώ η φοίτησή του στο δημοτικό σχολείο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη και τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές και συναισθηματικές δυσκολίες του παιδιού. Όπως καταγράφεται στην απόφαση, παρουσίαζε χαμηλότερο από το φυσιολογικό νοητικό επίπεδο, μικρότερη συναισθηματική ωριμότητα σε σχέση με άλλα παιδιά της ηλικίας του και δυσκολία να αντιληφθεί τον κίνδυνο. Παράλληλα, ήταν πιο ευκολόπιστο και εμπιστευόταν με μεγαλύτερη ευκολία τους ανθρώπους γύρω του. Οι συγκεκριμένες συνθήκες, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθιστούσαν το παιδί ιδιαίτερα ευάλωτο σε ενδεχόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Η σχέση εμπιστοσύνης με τον κατηγορούμενο Κατά το 2018, το παιδί διέμενε με τους γονείς και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του σε μικρή υπόγεια κατοικία στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος καταγόταν επίσης από τη Βουλγαρία, κατοικούσε με τη σύζυγο και τον γιο του στο ίδιο κτίριο, σε διαμέρισμα πάνω από την κατοικία της οικογένειας. Ο άνδρας ήταν φίλος του πατέρα του παιδιού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο πατέρας έφευγε για εργασία και δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο διαθέσιμο για τη φροντίδα του, το παιδί πήγαινε στο διαμέρισμά του. Εκείνος αναλάμβανε να το προσέχει, ενώ συχνά βρισκόταν μόνος μαζί του, καθώς η σύζυγος και ο γιος του εργάζονταν. Μέσα από αυτή τη σχέση φροντίδας, το παιδί είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο άνδρας ήταν καλός και μπορούσε να τον εμπιστεύεται. Το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε ότι είχε δημιουργηθεί στην πράξη σχέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής του κατηγορουμένου επί της ανήλικης. Η σχέση αυτή, ωστόσο, αποτέλεσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η κακοποιητική συμπεριφορά. Το περιστατικό και η αποκάλυψη Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά από το Κακουργιοδικείο, ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 2018, όταν το παιδί ήταν 10 ετών και είχε μεταβεί στην κατοικία του άνδρα επειδή δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο να το προσέχει, ο κατηγορούμενος προχώρησε σε σοβαρή σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος του, επιχειρώντας πράξη σεξουαλικής διείσδυσης. Η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, για λόγους που δεν οφείλονταν σε δική του απόφαση ή ενέργεια. Το παιδί, το οποίο δεν κατανοούσε πλήρως τι συνέβαινε, φοβήθηκε και ανησύχησε για το πώς θα αντιδρούσαν οι γονείς του. Χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στον άνδρα, αποχώρησε από την κατοικία του και επέστρεψε τρέχοντας στο σπίτι του. Παρότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εκεί η μητέρα του, το παιδί δεν της αποκάλυψε το περιστατικό. Η απόφαση καταγράφει, επίσης, ότι σε χρονικό διάστημα κοντά στο συγκεκριμένο συμβάν, ο κατηγορούμενος προέβαινε επανειλημμένα σε σεξουαλικά απρεπή συμπεριφορά από το μπαλκόνι της κατοικίας του, γνωρίζοντας ότι το παιδί, το οποίο έπαιζε μόνο του στη βεράντα της οικογενειακής κατοικίας, μπορούσε να τον βλέπει. Τα περιστατικά αυτά αποτέλεσαν τη βάση της δεύτερης κατηγορίας, για την οποία ο άνδρας καταδικάστηκε. Οι ποινές και η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, αφού εξέτασε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξής τους και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούσαν τον κατηγορούμενο, του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά ετών για την πρώτη κατηγορία και τεσσάρων ετών για τη δεύτερη. Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε τις ποινές με έφεση, υποστηρίζοντας ότι ήταν έκδηλα ανεπαρκείς ή ότι προέκυψαν από σφάλμα αρχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της πλευράς του εφεσείοντα, δεν είχε δοθεί η απαιτούμενη βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, στις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν, αλλά και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Επιπλέον, υποστηρίχθηκε ότι δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς οι επιβαρυντικοί παράγοντες, τα ψυχολογικά κατάλοιπα που υπέστη το παιδί και η ανάγκη να ληφθεί υπόψη η ψυχική ταλαιπωρία του κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι το παιδί χρειάστηκε να καταθέσει και να υποβληθεί σε αντεξέταση, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να επαναβιώσει τραυματικές εμπειρίες. Ο Γενικός Εισαγγελέας υποστήριξε ακόμη ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στους μετριαστικούς παράγοντες και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ενώ η αναγνώριση της σοβαρότητας των αδικημάτων παρέμεινε, κατά την άποψή του, σε θεωρητικό επίπεδο. Από την πλευρά του, ο συνήγορος του εφεσίβλητου υπεραμύνθηκε της πρωτόδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι οι ποινές ήταν ορθές, με βάση τη μαρτυρία, τα γεγονότα της υπόθεσης και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που είχαν ληφθεί υπόψη. Το σκεπτικό του Εφετείου για τις ποινές Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η εξουσία του να επέμβει σε ποινή που επιβλήθηκε πρωτοδίκως δεν αποτελεί ευκαιρία για επανακαθορισμό της, με βάση την υποκειμενική αντίληψη των μελών του. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η επιβολή της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Εφετείο εξετάζει κατά πόσο η ποινή κινείται εντός των πλαισίων που καθορίζονται από τη νομολογία και κατά πόσο ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Παρέμβαση μπορεί να υπάρξει μόνο όταν η ποινή είναι αντικειμενικά έκδηλα ανεπαρκής ή υπερβολική ή όταν διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. Για να επιτύχει ένας ισχυρισμός περί έκδηλα ανεπαρκούς ποινής, πρέπει να αποδεικνύεται πασιφανής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος και της τιμωρίας ή ουσιώδης απόκλιση από το πλαίσιο που καθορίζει η νομολογία σε ανάλογες υποθέσεις. Το Εφετείο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία για τα σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος παιδιών, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρές πράξεις, οι οποίες προσβάλλουν την προσωπικότητα και τα θεμελιώδη δικαιώματα των θυμάτων. Όπως επισημάνθηκε, τα παιδιά βρίσκονται σε κρίσιμο στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους και δεν διαθέτουν την ωριμότητα ή την ικανότητα αντίληψης που απαιτείται για να κατανοήσουν πλήρως τα δικαιώματα και τις συνέπειες τέτοιων πράξεων. Η ανάγκη προστασίας τους καθίσταται ακόμη πιο έντονη όταν πρόκειται για παιδιά μικρής ηλικίας, τα οποία ενδέχεται να δυσκολεύονται να αντιληφθούν τον κίνδυνο ή να εκφράσουν το παράπονό τους για μια τραυματική εμπειρία. Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η νομοθεσία προβλέπει ιδιαίτερα αυστηρές ποινές για αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, με την ισόβια φυλάκιση να προβλέπεται στις περιπτώσεις όπου το θύμα είναι κάτω των 13 ετών. Τόνισε, παράλληλα, ότι οι ποινές σε τέτοιες υποθέσεις πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, χωρίς να παραγνωρίζονται οι περιστάσεις του κατηγορουμένου. «Ιδιαιτέρως επιεικής» η ποινή, αλλά δεν δικαιολογείται παρέμβαση Εξετάζοντας το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου, το Εφετείο διαπίστωσε ότι όλα τα ζητήματα που τέθηκαν με την έφεση είχαν ήδη αναλυθεί στην πρωτόδικη απόφαση. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο είχε επαρκώς εξετάσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξής τους, τους επιβαρυντικούς παράγοντες και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών για αποτροπή παρόμοιων συμπεριφορών. Δεν παραγνωρίστηκε, σύμφωνα με το Εφετείο, ούτε το γεγονός ότι η πράξη σεξουαλικής διείσδυσης δεν ολοκληρώθηκε για λόγο ανεξάρτητο από τη θέληση του κατηγορουμένου. Παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναλύσει με σαφήνεια τους ελαφρυντικούς παράγοντες που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τον μετριασμό της ποινής, όπως επιτρέπει η νομολογία. Το Εφετείο δεν εντόπισε οποιαδήποτε παράλειψη ή σφάλμα αρχής στη διαδικασία καθορισμού των ποινών. Ούτε διαπίστωσε ουσιώδη απόκλιση από τις ποινές που επιβλήθηκαν σε ανάλογες υποθέσεις. «Αντικειμενικά κρινόμενη, και όχι ως αποτέλεσμα υποκειμενικής αντίληψης των μελών του Εφετείου, η επιβληθείσα ποινή, αν και κρίνεται ιδιαιτέρως επιεικής, κυμαινόμενη στο όριο του επιτρεπτού πλαισίου, εντούτοις δεν εκφεύγει αυτού ώστε να δικαιολογείται παρέμβασή μας», αναφέρεται στην απόφαση. Ως εκ τούτου, ο λόγος έφεσης κρίθηκε ανεπιτυχής και η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα απορρίφθηκε. Οι πρωτόδικες ποινές φυλάκισης επτά και τεσσάρων ετών παραμένουν σε ισχύ. Διαβάστε επίσης: Έρευνα για πάρτι Halloween στη Λεμεσό: 13 ανήλικοι κατέληξαν στο νοσοκομείο

Read full article →