1494: Πριν ο Κολόμβος φτάσει στην Αμερική, η Κύπρος είχε τον «λευκό χρυσό»
Το 1494, ένας Ιταλός ταξιδιώτης αντίκρισε στην Κύπρο κάτι που τον άφησε έκθαμβο. Ήταν μια επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης. Τόσο μεγάλη, ώστε πίστεψε πως η παραγωγή της μπορούσε να φθάσει για ολόκληρο τον κόσμο. Ονομαζόταν Πιέτρο Κάζολα. Ήταν κληρικός και ταξίδευε προς τους Αγίους Τόπους. Στο κτήμα της οικογένειας Κορνάρο στην Επισκοπή περιέγραψε περισσότερους από τετρακόσιους ανθρώπους να εργάζονται σε διαφορετικές δουλειές. Η φράση του για ζάχαρη αρκετή για όλο τον κόσμο ήταν η υπερβολή ενός εντυπωσιασμένου επισκέπτη. Οι εκατοντάδες εργαζόμενοι, όμως, αποτύπωναν το μέγεθος μιας πραγματικής παραγωγικής δύναμης. Μόλις δύο χρόνια προηγουμένως, στις 12 Οκτωβρίου 1492, ο Χριστόφορος Κολόμβος είχε φθάσει στις Μπαχάμες. Η Ευρώπη άνοιγε ένα κεφάλαιο επαφής και κατάκτησης σε μια ήπειρο που κατοικούνταν ήδη επί χιλιετίες. Την ίδια εποχή, στην Κύπρο λειτουργούσαν εγκαταστάσεις μιας οικονομίας που θα αποκτούσε τεράστια σημασία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η γέφυρα ανάμεσα στους δύο κόσμους ήταν η ζάχαρη. Συνήθως μαθαίνουμε την κυπριακή ιστορία σαν διαδοχή κατακτητών. Ανάμεσα στις δυναστείες και στις πολιορκίες χάνονται οι άνθρωποι που κατασκεύαζαν, καλλιεργούσαν, εμπορεύονταν και χειρίζονταν μηχανισμούς. Χάνεται η ιστορία της τεχνογνωσίας. Κι όμως, κάτω από το κυπριακό χώμα σώζονται τεκμήρια μιας παραγωγής που ξεπερνούσε κατά πολύ τις ανάγκες ενός χωριού ή μιας πόλης. Η αρχαιολογική έρευνα στα Κούκλια, στο Κολόσσι και στην Επισκοπή αποκάλυψε εγκαταστάσεις επεξεργασίας ζαχαροκάλαμου, συνδεδεμένες με τους Λουζινιανούς, τους Ιωαννίτες και την οικογένεια Κορνάρο. Η επιστημονική ανασκόπηση «The Archaeology of Cane Sugar Production: A Survey of Twenty Years of Research in Cyprus», δημοσιευμένη στο The Antiquaries Journal από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, εξετάζει ακριβώς αυτή τη συσσωρευμένη αρχαιολογική γνώση. Συνδέει τα ευρήματα με γραπτές μαρτυρίες και ανοίγει ερωτήματα για την κοινωνία, το περιβάλλον και τη μεταφορά της τεχνολογίας προς τη Δύση και τελικά την Αμερική. Για να παραχθεί ζάχαρη χρειαζόταν μια ολόκληρη αλυσίδα εργασιών. Καλλιέργεια και άρδευση. Κοπή και μεταφορά. Σύνθλιψη του καλαμιού, επεξεργασία του χυμού, θέρμανση και διαμόρφωση του τελικού προϊόντος. Χρειαζόταν εξοπλισμός, καύσιμη ύλη και συντονισμός πολλών ανθρώπων. Πίσω από τη γλυκιά γεύση υπήρχε ένας απαιτητικός κόσμος μηχανισμών και μόχθου. Ο αρχαιολόγος Μάικλ Γκίβεν, στη μελέτη του «The Precarious Conviviality of Watermills», που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Archaeological Dialogues, εξετάζει την πίεση που ασκούσαν οι κυπριακές επιχειρήσεις ζάχαρης στο νερό, στη γη, στην εργασία και στα καύσιμα. Στην ίδια μελέτη παραθέτει τη μαρτυρία του Κάζολα για την Επισκοπή. Η εικόνα των τετρακοσίων εργαζομένων εντάσσεται έτσι σε μια ευρύτερη επιστημονική ερμηνεία του κυπριακού τοπίου. Την επόμενη φορά που θα σταθούμε μπροστά στο κάστρο του Κολοσσίου, αξίζει να κοιτάξουμε και τις γειτονικές εγκαταστάσεις ζάχαρης. Να φανταστούμε το νερό να κινεί τους μηχανισμούς, το καλάμι να φθάνει για επεξεργασία, τους ανθρώπους να εργάζονται. Ο τόπος αποκτά άλλη διάσταση όταν, δίπλα στους ιππότες και στους θυρεούς, ξαναβάλουμε την παραγωγή που συντηρούσε την εξουσία τους. Και εδώ εμφανίζεται η σύνδεση με την Αμερική. Ο ιστορικός Φίλιπ Κέρτιν, στο βιβλίο του The Rise and Fall of the Plantation Complex, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στη ζαχαροκαλλιέργεια «από την Κύπρο στα νησιά του Ατλαντικού». Η Κύπρος βρίσκεται μέσα στην ιστορία της διαμόρφωσης του κόσμου των φυτειών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Καραϊβική αντέγραψε αυτούσια την Επισκοπή. Ο Κέρτιν εξηγεί ότι το σύστημα μεταβαλλόταν καθώς μετακινούνταν από τη Μεσόγειο προς τον Ατλαντικό. Ο Γκίβεν, από την πλευρά της αρχαιολογίας, αναγνωρίζει στις κυπριακές εγκαταστάσεις πρώιμα χαρακτηριστικά της εντατικής παραγωγής που θα αναπτυσσόταν αργότερα στη Μαδέρα και τελικά στην Αμερική. Η σύνδεση είναι ιστορική και ουσιαστική, με διαφορές στην κλίμακα, στην οργάνωση και στις συνθήκες εργασίας. Ο «λευκός χρυσός» είχε και σκοτεινή πλευρά. Στη μεσαιωνική κυπριακή ζαχαροπαραγωγή χρησιμοποιήθηκε και υποδουλωμένη εργασία. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε δούλους όλους τους εργαζομένους που αντίκρισε ο Κάζολα, αφού η συγκεκριμένη περιγραφή δεν το αποδεικνύει. Η μελέτη του Γκίβεν, ωστόσο, εντάσσει τη δουλεία και την κοινωνική ανισότητα στην εξέταση αυτών των επιχειρήσεων. Ο πλούτος τους δεν σήμαινε ευημερία για κάθε άνθρωπο που δούλευε μέσα τους. Υπάρχει και μια εντυπωσιακή οικογενειακή διασταύρωση. Ο Κάζολα θαύμασε το κτήμα των Κορνάρο μόλις πέντε χρόνια αφότου η Αικατερίνη Κορνάρο, η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου, αναγκάστηκε να παραχωρήσει το νησί στη Βενετία. Στο ίδιο επώνυμο συναντώνται το στέμμα, η γαιοκτησία και η ζάχαρη. Η ιστορία της εξουσίας αποκτά οικονομικό περιεχόμενο. Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο βρίσκεται στη συνέχεια. Μελέτη για τους κυπριακούς νερόμυλους, διαθέσιμη στον ερευνητικό ιστότοπο του Πανεπιστημίου Κύπρου, συνδέει το τέλος της ζαχαροβιομηχανίας με την οθωμανική κατάκτηση και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό. Παραπέμπει επίσης στον περιηγητή Χέιμαν, ο οποίος στις αρχές του 18ου αιώνα ανέφερε ότι οι Έλληνες κάτοικοι αγνοούσαν πλέον τη διαδικασία παραγωγής ζάχαρης. Μια ταξιδιωτική παρατήρηση δεν απογράφει τις γνώσεις ολόκληρου του πληθυσμού. Παραμένει, όμως, μια συγκλονιστική ένδειξη ασυνέχειας. Στον τόπο όπου κάποτε λειτουργούσαν μεγάλα παραγωγικά συγκροτήματα, είχε χαθεί η ζωντανή εξοικείωση με την ίδια την τέχνη της παραγωγής. Αυτό είναι βαρύτερο από το κλείσιμο μιας επιχείρησης. Όταν η γνώση παύει να μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, χάνονται μαζί της δεξιότητες, εμπειρίες και δυνατότητες. Τα κτίσματα μπορεί να επιβιώνουν για αιώνες. Οι άνθρωποι που ξέρουν να τα θέσουν σε λειτουργία μπορούν να χαθούν μέσα σε λίγες γενιές. Το 2026, η Επισκοπή, το Κολόσσι και τα Κούκλια μάς επιτρέπουν να ξαναδούμε τη θέση μας στον κόσμο. Πριν ο Κολόμβος φθάσει στην Αμερική, η Κύπρος συμμετείχε ήδη σε μια ιστορία παραγωγής και εμπορίου με παγκόσμια συνέχεια. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε πού θα είχε φθάσει χωρίς την κατάκτηση. Μπορούμε, όμως, να αναμετρηθούμε με το βάθος όσων χάθηκαν. Τελικά, πόσο πίσω μάς πήγε η οθωμανική κατάκτηση και πόσοι αιώνες χαμένων δυνατοτήτων κρύβονται πίσω από τα 307 χρόνια της κυριαρχίας της; Πηγές: Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας (CVAR), Ίδρυμα Κώστα και Ρίτας Σεβέρη/ Πιέτρο Κάζολα, ταξιδιωτική μαρτυρία του 1494/Philip D. Curtin, The Rise and Fall of the Plantation Complex/ Michael Given, «The Precarious Conviviality of Watermills»/ The Antiquaries Journal, «The Archaeology of Cane Sugar Production: A Survey of Twenty Years of Research in Cyprus»/ Αικατερίνη Χ. Αριστείδου, μελέτη για την κυπριακή ζαχαροκαλλιέργεια/ Πανεπιστήμιο Κύπρου, ερευνητικό υλικό για τους κυπριακούς νερόμυλους. Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει λησμονημένες διαδρομές ανθρώπων, εμπορίου και τεχνογνωσίας, συνδέοντας το κυπριακό παρελθόν με τις μεγάλες μεταμορφώσεις του κόσμου.
