Διάρρηξη, κλοπή και βία κατά της συζύγου- «Όχι» Εφετείου σε άστεγο στη Λεμεσό
Επικύρωσε το Εφετείο την τριετή ποινή φυλάκισης σε βάρος άνδρα για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή περιουσίας αξίας €18.520 στη Λεμεσό, απορρίπτοντας την έφεσή του περί έκδηλα υπερβολικής ποινής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε δεόντως υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα ουσιοεξάρτησης και ψυχικής υγείας, όσο και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το ποινικό του παρελθόν. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 17 Μαΐου 2025 στη Λεμεσό. Ο καταδικασθείς είχε παραδεχθεί τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας και της κλοπής από κατοικία, για τις οποίες του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών και δύο ετών αντίστοιχα. Οι ποινές διατάχθηκε να είναι άμεσα εκτελεστές. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έλαβε υπόψη, κατόπιν σχετικού αιτήματος της υπεράσπισης και με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ακόμη δύο υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του καταδικασθέντος. Η πρώτη αφορούσε αδικήματα απειλής, πρόκλησης ψυχολογικής βλάβης και άσκησης ψυχολογικής βίας σε βάρος της συζύγου του, καθώς και απείθεια σε νόμιμες διαταγές. Η δεύτερη περιλάμβανε δέκα κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, παρενόχληση, απειλές, άσκηση ψυχικής και ψυχολογικής βίας, κοινή επίθεση, πρόκληση σωματικής βλάβης και άσκηση σωματικής βίας, επίσης σε βάρος της συζύγου του. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, το 2024 και το 2025, στη Λεμεσό. Το Εφετείο, στην απόφασή του, εξέτασε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ότι η ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά τους μετριαστικούς παράγοντες. Ο εφεσείων υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι τα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, για τα οποία είχε νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας, καθώς και η εξάρτησή του από ουσίες, δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη. Παράλληλα, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι δεν δόθηκε η πρέπουσα βαρύτητα στις προηγούμενες καταδίκες του κατά τρόπο που να συνάδει με τη σχετική νομολογία, ενώ προβλήθηκαν και οι δύσκολες προσωπικές του συνθήκες. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ο άνδρας ήταν άστεγος, δεν διατηρούσε σχέσεις με την οικογένειά του, δεν είχε υποστηρικτικό περιβάλλον ούτε εργασία και προσπαθούσε να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες. Επικαλέστηκε, επίσης, την άμεση παραδοχή των αδικημάτων και τη συνεργασία του με την Αστυνομία. Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του καταδικασθέντος. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι ο άνδρας ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών ουσιών κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς και στην κατάρρευση της σχέσης του με τη σύζυγό του, με αποτέλεσμα να μην έχει επικοινωνία με τις δύο ανήλικες θυγατέρες του. Το δικαστήριο είχε επίσης λάβει υπόψη ότι είχε εκδοθεί διάταγμα για θεραπεία του σε κλειστό πρόγραμμα, το οποίο, ωστόσο, εγκατέλειψε σύντομα. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και στην ανησυχητική έξαρση των διαρρήξεων, των κλοπών και άλλων συναφών εγκλημάτων. Παραπέμποντας σε προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, το Εφετείο υπογράμμισε ότι τέτοιου είδους αδικήματα πλήττουν την έννομη τάξη και υπονομεύουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Μάλιστα, επικαλέστηκε χαρακτηριστικό απόσπασμα από απόφαση του 1997 στην υπόθεση «Παναγίδης ν. Αστυνομίας», σύμφωνα με το οποίο οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα παρόμοια αδικήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, παρουσιάζοντας αυξητική τάση. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους εγκλήματα με αυστηρότητα, καθώς προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Το Εφετείο στάθηκε, επίσης, στη συνολική παραβατική συμπεριφορά του καταδικασθέντος, επισημαίνοντας ότι οι δύο επιπρόσθετες υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη αφορούσαν αδικήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία διαπράχθηκαν σε βάρος μέλους της οικογένειάς του. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι ο άνδρας αγνόησε απαγορευτικό διάταγμα δικαστηρίου, το οποίο προνοούσε ότι δεν έπρεπε να πλησιάζει τη σύζυγό του σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων ούτε να επικοινωνεί μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αξιολόγησε τόσο την εξάρτησή του από ουσίες όσο και τις προσωπικές του δυσκολίες, χωρίς, ωστόσο, να θεωρήσει ότι αυτές μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εγκληματική συμπεριφορά. Στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι οι προσωπικές ανάγκες και περιστάσεις δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για την προσφυγή στο έγκλημα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για αδικήματα που πλήττουν την ασφάλεια των πολιτών. Παράλληλα, το Εφετείο διαπίστωσε ότι προς όφελος του καταδικασθέντος είχαν συνυπολογιστεί η παραδοχή του, η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, καθώς και οι προσπάθειές του να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες. Ωστόσο, επιβαρυντικό στοιχείο αποτέλεσε το ποινικό του παρελθόν. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο άνδρας είχε προηγούμενη καταδίκη για αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2018, για τα οποία του επιβλήθηκαν, το 2019, ποινές φυλάκισης για διάρρηξη και κλοπή από κατοικία, απόπειρα διάρρηξης, κατοχή διαρρηκτικού οργάνου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, παράνομη κατοχή περιουσίας και μεταφορά μαχαιριού με μυτερή άκρη εκτός κατοικίας. Ειδικότερα, για προηγούμενη διάρρηξη κατοικίας και κλοπή είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση δύο ετών και έξι μηνών. Το Εφετείο έκρινε ότι η προηγούμενη καταδίκη αφορούσε αδικήματα της ίδιας φύσης και ότι δεν τον απέτρεψε από τη διάπραξη νέων εγκλημάτων. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την εξέταση εφέσεων κατά ποινών, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το Εφετείο δεν καθορίζει εξαρχής το ύψος της ποινής, αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή κινείται εντός των πλαισίων που καθορίζει η νομολογία και ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Παρέμβαση επιτρέπεται όταν η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική ή ανεπαρκής ή όταν διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. Εφαρμόζοντας τις συγκεκριμένες αρχές, το Εφετείο έκρινε ότι η τριετής ποινή φυλάκισης για τη διάρρηξη κατοικίας δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερβολική, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της προηγούμενης καταδίκης του για παρόμοιο αδίκημα. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επέμβουμε στην επιβληθείσα ποινή», αναφέρεται στην απόφαση, με το Εφετείο να επικροτεί, παράλληλα, την επιβολή αυστηρών ποινών για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε. Διαβάστε επίσης: Στα δικαστήρια για κορονοπρόστιμο: Οδηγούσε με συνεπιβάτες από άλλα νοικοκυριά
