Ελεύθερος με βούλα δικαστηρίου Ιράνος- «Καμιά προοπτική για απέλασή του»
Παράνομη έκρινε το Δικαστήριο την κράτηση Ιρανού υπηκόου, ο οποίος παρέμενε υπό κράτηση στην Κύπρο για περίπου 12 μήνες με σκοπό την απέλασή του, διατάσσοντας την άμεση απελευθέρωσή του. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αρμόδιες Αρχές δεν παρουσίασαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ενεργούσαν με τη δέουσα επιμέλεια για την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ούτε ότι υπήρχε συγκεκριμένη προοπτική υλοποίησης της απέλασης. Ο αιτητής είχε προσφύγει στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, υποστηρίζοντας ότι η συνέχιση της κράτησής του ήταν παράνομη, καθώς δεν υπήρχε ουσιαστική πρόοδος στη διαδικασία επαναπατρισμού του. Όπως ανέφερε, οι επανεξετάσεις της κράτησής του από τις αρμόδιες Αρχές ήταν τυπικές, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένες ενέργειες που να καταδεικνύουν ότι η απέλασή του μπορούσε πράγματι να πραγματοποιηθεί. Από την πλευρά τους, οι αρμόδιες Αρχές υποστήριξαν ότι η κράτηση ήταν νόμιμη, αναγκαία και εύλογη, σημειώνοντας ότι επανεξεταζόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Παράλληλα, υποστήριξαν ότι δεν είχε εγκαταλειφθεί ο σκοπός της κράτησης, καθώς εξακολουθούσαν να καταβάλλονται προσπάθειες για την επιστροφή του. Από το 2000 στην Κύπρο – Αιτήματα, απορρίψεις και διατάγματα απέλασης Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο Ιρανός έφθασε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2000. Στα χρόνια που ακολούθησαν υπέβαλε διάφορα αιτήματα, ενώ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα του είχε παραχωρηθεί άδεια παραμονής και εργασίας. Στη συνέχεια εκδόθηκαν απορριπτικές αποφάσεις από τις αρμόδιες Αρχές, καθώς και διατάγματα απέλασης και κράτησής του. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2025 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασής του. Ακολούθησαν επανεξετάσεις της κράτησης τον Νοέμβριο του 2025 και τον Ιανουάριο του 2026, ενώ τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Μία ημέρα αργότερα εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης, στη βάση της νομοθεσίας που διέπει την κράτηση αιτητών ασύλου. Η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε στις 29 Μαΐου 2026, ενώ στις 14 Ιουνίου 2026 απορρίφθηκε και η έφεσή του κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Εν τω μεταξύ, τα αρχικά διατάγματα κράτησης και απέλασης είχαν επικυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 15 Μαρτίου 2026. Χωρίς διαβατήριο και με εκκρεμείς διαδικασίες επαναπατρισμού Κατά την εξέταση της υπόθεσης, οι αρμόδιες Αρχές ανέφεραν ότι ο αιτητής δεν διέθετε έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, καθώς το διαβατήριό του είχε λήξει στις 20 Ιουλίου 2025. Υποστήριξαν, επίσης, ότι δεν συνεργαζόταν για την απέλασή του και ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη προσπάθειες μέσω της Πρεσβείας για την έκδοση νέου ταξιδιωτικού εγγράφου. Στις επανεξετάσεις της κράτησής του γινόταν αναφορά σε προσπάθειες να πειστεί να αναχωρήσει οικειοθελώς, ενώ σημειωνόταν ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα εξεταζόταν η απέλασή του με συνοδεία. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εκτέλεση της απέλασης δεν ήταν δυνατή όσο εκκρεμούσαν οι δικαστικές διαδικασίες και η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, οι οποίες είχαν ανασταλτικό χαρακτήρα. Διαπίστωσε, ωστόσο, ότι οι διαδικασίες αυτές είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2026 και ότι, έκτοτε, οι αναφορές των αρμόδιων Αρχών περιορίζονταν σε γενικές δηλώσεις περί προσπαθειών εξασφάλισης ταξιδιωτικών εγγράφων και διευθέτησης της επιστροφής του. «Γενικόλογες και αόριστες» οι αναφορές των Αρχών Στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η διάρκεια της κράτησης δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Θα πρέπει να αξιολογούνται οι λόγοι για τους οποίους καθυστερεί η απέλαση, καθώς και οι πραγματικές δυνατότητες ολοκλήρωσης της διαδικασίας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας πρέπει να διαρκεί για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα και μόνο για όσο εξακολουθούν να συντρέχουν οι νόμιμοι λόγοι που την δικαιολογούν. Οι διοικητικές διαδικασίες πρέπει να προωθούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις, ενώ καθυστερήσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν στον ίδιο τον αιτητή δεν δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησής του. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, μετά την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών και της εξέτασης του αιτήματος ασύλου, οι Αρχές εξακολουθούσαν να επικαλούνται προσπάθειες για τον επαναπατρισμό του χωρίς να παραθέτουν συγκεκριμένα στοιχεία για τις ενέργειες στις οποίες προέβαιναν. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, οι θέσεις αυτές προβάλλονταν «με πλήρη γενικότητα και αοριστία», χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ή έστω ένδειξη για τη φύση των ενεργειών που είχαν αναληφθεί και για τις πιθανότητες να οδηγήσουν στην επιστροφή του αιτητή στη χώρα του. Το Δικαστήριο ξεκαθάρισε, επίσης, ότι οι ισχυρισμοί του δικηγόρου των αρμόδιων Αρχών κατά την προφορική αγόρευση, αναφορικά με τις προσπάθειες και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία. Εκδόθηκε ένταλμα Habeas Corpus – Άμεση απελευθέρωση Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο συνολικός χρόνος κράτησης του αιτητή την καθιστούσε παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι οι Αρχές ενεργούσαν με τη δέουσα επιμέλεια ούτε ότι υπήρχε προβλέψιμη προοπτική πραγματοποίησης της απέλασης. Ως εκ τούτου, έκανε δεκτή την αίτηση και εξέδωσε το προνομιακό ένταλμα Habeas Corpus, διατάσσοντας τις αρμόδιες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας να αφήσουν αμέσως ελεύθερο τον Ιρανό υπήκοο. Τα έξοδα της διαδικασίας, πλέον ΦΠΑ εάν εφαρμόζεται, επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή και σε βάρος των καθ’ ων η αίτηση.
