Depository of News

Κακοποιούσε σεξουαλικά ανήλικο για 7 χρόνια- «Καταχράστηκε την εμπιστοσύνη»

newsdepo.com · world

Απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση καταδικασθέντος για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, με την οποία ζητούσε να εξεταστεί σε τρίτο και τελευταίο βαθμό το κατά πόσο η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής σε βάρος ανηλίκου μπορεί να λαμβάνεται υπόψη τόσο ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος όσο και ως επιβαρυντικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στον αιτητή είχαν επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης για σειρά αδικημάτων, με μεγαλύτερη την ποινή φυλάκισης εννέα ετών για αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Τα περισσότερα αδικήματα αφορούσαν παραβάσεις της νομοθεσίας του 2014 για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Κακουργιοδικείο είχε επισημάνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, αναφέροντας ότι η κακοποιητική συμπεριφορά εκτεινόταν σε διάστημα πέραν των επτά ετών. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην απόφαση, το θύμα ήταν ανήλικο παιδί που διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον καταδικασθέντα, ο οποίος είχε παντρευτεί τη μητέρα του και κατείχε θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας απέναντί του. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αναφέρει ότι, αντί να προσφέρει στο παιδί προστασία και στήριξη, ο καταδικασθείς εκμεταλλεύτηκε τη θέση του, καθώς και τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες στις οποίες ζούσε το θύμα, χρησιμοποιώντας την οικονομική εξάρτηση ως μέσο πίεσης για τη σεξουαλική κακοποίησή του. Η διαφωνία για τον επιβαρυντικό παράγοντα Ο καταδικασθείς είχε προσβάλει την ποινή του ενώπιον του Εφετείου, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι το Κακουργιοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι έλαβε υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα την κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής, παρότι αυτή αποτελούσε ήδη συστατικό στοιχείο των αδικημάτων για τα οποία είχε καταδικαστεί. Το άρθρο 6(4)(α) του σχετικού νόμου προβλέπει ότι η συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί, όταν γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω του, συνιστά κακούργημα που επισύρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης διά βίου. Από την άλλη, το άρθρο 19(γ) του ίδιου νόμου περιλαμβάνει μεταξύ των επιβαρυντικών περιστάσεων το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί μαζί του ή από πρόσωπο που καταχράστηκε θέση εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας. Το Εφετείο είχε απορρίψει τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης, κρίνοντας ότι η αναφορά του Κακουργιοδικείου στις σχετικές διατάξεις δεν συνιστούσε σφάλμα. Είχε επισημάνει ότι ο νομοθέτης προβλέπει ρητά τις συγκεκριμένες περιστάσεις ως επιβαρυντικούς παράγοντες και ότι η αναφορά σε αυτές, στη συγκεκριμένη υπόθεση, αποσκοπούσε στην ανάδειξη της σοβαρότητας του πραγματικού υπόβαθρου των αδικημάτων. Επίκληση διαφορετικής νομολογίας Με την αίτησή του στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι η απόφαση του Εφετείου ενδεχομένως αποκλίνει από προηγούμενη νομολογία και ότι απαιτείται ορθή ερμηνεία των δύο νομοθετικών διατάξεων. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλέστηκε προηγούμενη απόφαση του Εφετείου, ημερομηνίας 30 Απριλίου 2024, στην οποία είχε κριθεί ότι η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης δεν μπορούσε να προσμετρήσει και ως επιβαρυντικός παράγοντας, καθώς αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε ειδοποίηση συμμετοχής στη διαδικασία, αναφέροντας ότι διαφαινόταν να υπάρχει διιστάμενη νομολογία επί του ζητήματος και ότι δεν έφερε ένσταση στην αίτηση. Γιατί απορρίφθηκε η αίτηση Εξετάζοντας το αίτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι από την απόφαση του Εφετείου δεν προέκυπτε ανάγκη για περαιτέρω ερμηνεία των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Όπως εξηγείται στην απόφαση, το Εφετείο δεν είχε αποφανθεί ότι οι περιστάσεις που αποτελούσαν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων μπορούσαν να προσμετρήσουν και ως επιβαρυντικοί παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αντίθετα, ο λόγος για τον οποίο δεν παρενέβη στην ποινή ήταν ότι έκρινε πως το Κακουργιοδικείο δεν είχε υποπέσει σε τέτοιο σφάλμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το Εφετείο είχε καταλήξει πως η αναφορά στις επιβαρυντικές περιστάσεις αποσκοπούσε στην αναγνώριση της σοβαρότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και δεν είχε οδηγήσει το Κακουργιοδικείο σε εσφαλμένη διαπίστωση. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν προέκυπτε από την εφετειακή απόφαση ανάγκη για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 19(γ) σε συνδυασμό με το άρθρο 6(4)(α) του νόμου. Η αίτηση απορρίφθηκε, χωρίς να εκδοθεί διαταγή για έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη στάση της άλλης πλευράς στη διαδικασία. Διαβάστε επίσης: Χειροπέδες σε 42χρονη αστυνομικό για ναρκωτικά – Τίθεται σε διαθεσιμότητα

Read full article →