Η Κύπρος όπως την είδα: από τον Μπέικερ στη νυχτερινή Λευκωσία
Μια περιγραφή του 1879 συναντά μια βόλτα στις 25 Οκτωβρίου 2026: καφενεία, παλιές προσόψεις και στιγμές της πρωτεύουσας που έγιναν εικαστικά έργα. Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη Στο κατώφλι ενός μαγαζιού, ένας γάτος έχει απλώσει τα μπροστινά του πόδια πάνω στο φθαρμένο μωσαϊκό. Το κόκκινο φως του εσωτερικού πέφτει στο γκρίζο τρίχωμά του. Με κοιτάζει μισοκλείνοντας τα μάτια, με εκείνη την αυτάρκεια που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι πέρασες από τον δικό του χώρο. Λίγο παρακάτω, άνθρωποι κάθονται γύρω από μικρά τραπέζια. Πάνω τους κρέμονται φώτα και, ψηλότερα, τα μπαλκόνια ανοίγονται στον νυχτερινό ουρανό. Αυτή τη Λευκωσία φωτογράφισα στις 25 Οκτωβρίου 2026. Οι εικόνες έγιναν αφετηρία για μια σειρά εικαστικών έργων με την υπογραφή De Pitsi. Κοιτάζοντάς τα συγκεντρωμένα, επέστρεψα στον τίτλο ενός βιβλίου που εκδόθηκε 147 χρόνια προηγουμένως: Cyprus, as I Saw It in 1879, του Σερ Σάμιουελ Γουάιτ Μπέικερ. Η Κύπρος όπως την είδε εκείνος. Ένας τίτλος που αφήνει χώρο και για το βλέμμα του επόμενου. Στην εισαγωγή του, ο Μπέικερ έγραφε, σε ελληνική απόδοση: «Θα αφηγηθώ την προσωπική μου εμπειρία από αυτό το νησί ως ανεξάρτητος ταξιδιώτης». Η ανεξαρτησία του παρατηρητή, βεβαίως, δεν τον απαλλάσσει από τις αντιλήψεις της εποχής του. Στις σελίδες του Βρετανού περιηγητή, η προσεκτική παρατήρηση συνυπάρχει με κατηγορηματικές κρίσεις για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Η απόσταση μικραίνει στις καθημερινές λεπτομέρειες. Περιγράφοντας τη Λευκωσία, στάθηκε στην ανομοιομορφία και στα χρώματα των σπιτιών της. Μέσα στην πόλη παρατήρησε ανθρώπους καθισμένους στα υπαίθρια καφενεία, «καπνίζοντας και πίνοντας τον αχνιστό καφέ τους σαν να ήταν καλοκαίρι». Η φράση αφορά τη δική του επίσκεψη, όμως η εικόνα βρίσκει εύκολα τη θέση της στη σημερινή πρωτεύουσα. Οι καρέκλες εξακολουθούν να καταλαμβάνουν ένα μέρος του δρόμου. Τα τραπέζια πλησιάζουν μεταξύ τους όσο μεγαλώνει η παρέα. Μια ομπρέλα, λίγες γλάστρες και μια φωτισμένη είσοδος αρκούν για να αποκτήσει μια γωνιά τον χαρακτήρα της. Το βλέμμα ξεκινά από την πρόσοψη και καταλήγει στον άνθρωπο που κάθεται από κάτω της. Η νύχτα αλλάζει όσα προσέχεις. Το φως απομονώνει μια πέτρινη καμάρα, μια ξύλινη πόρτα, τα στηρίγματα ενός μπαλκονιού. Σε μια καμπύλη πρόσοψη, το μωβ ανεβαίνει κάτω από το σιδερένιο κιγκλίδωμα. Αλλού, τα κλειστά παντζούρια κρατούν τον όροφο σκοτεινό, ενώ στο ισόγειο συνεχίζεται η κουβέντα. Στον ίδιο τοίχο χωρούν η ησυχία ενός σπιτιού και η κίνηση του δρόμου. Μέσα από την ανοιχτή πόρτα ενός καφενείου φωτογράφισα το σπίτι απέναντι. Μπροστά μου βρίσκονταν κόκκινες καρέκλες, ένα στρογγυλό τραπέζι και ένα τασάκι. Πιο πέρα, ένας καθισμένος θαμώνας. Στο βάθος, το φωτισμένο πέτρινο σπίτι με το καμπύλο μπαλκόνι και ένα λευκό αυτοκίνητο. Η πόρτα είχε γίνει κορνίζα προτού σηκώσω τη μηχανή. Σε άλλους δρόμους, ένας σύγχρονος πύργος εμφανίζεται πίσω από χαμηλά κτίσματα και κεραίες. Το ύψος του γίνεται εντονότερο μέσα από το στενό πέρασμα. Λίγο αργότερα, το βλέμμα συναντά ένα καμπαναριό ή έναν φωτισμένο μιναρέ. Καθώς περπατάς, αλλάζουν οι αναλογίες, οι σκιές και οι αποστάσεις. Ένα κτήριο που από μακριά κυριαρχούσε χάνεται μόλις στρίψεις στη γωνία. Κράτησα μέσα στα κάδρα τα αυτοκίνητα, τα καλώδια, τα κλειστά ρολά, έναν κόκκινο κώνο, τους κάδους δίπλα σε έναν καθισμένο άνθρωπο. Έμεινε και ένα πανό των Ηνωμένων Εθνών μπροστά σε μια παλιά πρόσοψη. Αυτά τα πράγματα προσδιορίζουν τη στιγμή της φωτογραφίας. Δείχνουν πώς χρησιμοποιείται σήμερα ο χώρος ανάμεσα στα κτήρια που θαυμάζουμε. Ύστερα έρχεται η μουσική. Στο κόκκινο και κεχριμπαρένιο φως ενός στενού μαγαζιού, ένας μουσικός τραγουδά κρατώντας το μπουζούκι του. Μπροστά του, αναλόγια, καλώδια, ποτήρια και μπουκάλια νερού. Σε άλλη λήψη, δύο άνθρωποι χορεύουν ανάμεσα στις καρέκλες. Η κίνησή τους θολώνει τη φωτογραφία, διατηρώντας κάτι από τον αυθορμητισμό που θα χανόταν αν τους ζητούσα να σταθούν. Στην εικαστική απόδοση, η όψη των παχιών πινελιών λαδιού ενίσχυσε όσα είχαν ήδη τραβήξει την προσοχή μου: την υφή της πέτρας, το βαθύ μπλε, το κόκκινο των εσωτερικών χώρων, τις αντανακλάσεις των ποτηριών. Ακόμη και ένα ράφι με γυάλινα σκεύη απέκτησε τη δική του θέση στη σειρά. Σε μια εικόνα του σκεπαστού περάσματος έμεινε η σκιά μου στο πεζοδρόμιο, με το χέρι σηκωμένο για τη φωτογραφία. Ο άνθρωπος πίσω από τη μηχανή είχε μπει κι αυτός στο κάδρο. Το «όπως την είδα» του Μπέικερ αναγνωρίζει, ήδη από τον τίτλο, ότι κάθε περιγραφή είναι επιλογή. Κάποιος άλλος θα περνούσε από τους ίδιους δρόμους και θα σταματούσε αλλού. Εγώ στάθηκα σε αυτές τις πόρτες, στα τραπέζια, στη μουσική και σε ένα φθαρμένο κατώφλι. Ο γάτος δεν άλλαξε θέση για τη φωτογραφία. Περίμενε να τελειώσω. Πηγές: Samuel White Baker, Cyprus, as I Saw It in 1879, Macmillan, 1879, Εισαγωγή / Κεφάλαιο III, «Route to Nicosia» / Προσωπικό φωτογραφικό υλικό, 25 Οκτωβρίου 2026. Δωρεάν ανάγνωση του βιβλίου: Project Gutenberg — Cyprus, as I Saw It in 1879 . Για τα εικαστικά έργα Τα έργα με την υπογραφή De Pitsi διατίθενται ως ψηφιακά αρχεία υψηλής ανάλυσης, έτοιμα για εκτύπωση, ως εκτυπώσεις giclée υψηλής ποιότητας σε καμβά ή κορνιζαρισμένα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του αγοραστή. Η τιμή διαμορφώνεται ανάλογα με το μέγεθος, τη μορφή εκτύπωσης και την κορνίζα. Πληροφορίες: Christopher.pitsillides@yahoo.com . Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης. Αναζητεί στις παλιές περιγραφές και στις σημερινές εικόνες τις λεπτομέρειες που φανερώνουν πώς αλλάζει μια πόλη και τι διατηρεί.
