Πέθανε στα 27, ετάφη στα 72: Η ζωή που αφήνουμε για αργότερα
Από μια φράση που αποδίδεται στον Μαρκ Τουέιν μέχρι το κυπριακό «να εξασφαλιστείς», η αναβολή μπορεί να γίνει ολόκληρη η βιογραφία μας. Κανείς δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία εγκατέλειψε εκείνο που ήθελε να γίνει. Θυμάται την πρόσληψη, τον γάμο, τη γέννηση των παιδιών, την υπογραφή του δανείου. Η μέρα που σταμάτησε να σχεδιάζει κάτι για τον εαυτό του πέρασε χωρίς μάρτυρες. Είχε δουλειές εκείνο το πρωί. «Οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν στα 27, απλώς τους θάβουμε στα 72». Η φράση αποδίδεται συχνά στον Μαρκ Τουέιν, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί ότι είναι δική του. Περιγράφει, ωστόσο, μια ανησυχητικά οικεία κατάσταση. Μπορεί κάποιος να συνεχίζει κανονικά τη ζωή του, έχοντας εγκαταλείψει όσα κάποτε του έδιναν λόγο να την περιμένει. Ο Μαρκ Τουέιν ήταν το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, Αμερικανού συγγραφέα, δημοσιογράφου και χιουμορίστα που έζησε από το 1835 έως το 1910. Δημιουργός των «Περιπετειών του Τομ Σόγερ» και των «Περιπετειών του Χάκλμπερι Φιν», χρησιμοποίησε τη σάτιρα για να εκθέσει την υποκρισία, την προκατάληψη και τις κοινωνικές συμβάσεις. Η αιχμηρή ματιά του εξηγεί γιατί μια τέτοια παρατήρηση συνδέθηκε με το όνομά του, χωρίς αυτό να αποδεικνύει την πατρότητά της. Οι δύο ηλικίες λειτουργούν ως πρόκληση. Ανάμεσά τους χωρούν σαράντα πέντε χρόνια εργασίας, οικογενειακών υποχρεώσεων, λογαριασμών και κοινωνικών συναναστροφών. Μια ολόκληρη διαδρομή κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί να είναι συνεπής απέναντι σε όλους, έχοντας αφήσει τον εαυτό του τελευταίο στη σειρά. Η παραίτηση συνήθως παρουσιάζεται ως λογική απόφαση. Θα αφήσω τη μουσική ώσπου να σταθεροποιηθώ επαγγελματικά. Θα ταξιδέψω όταν μεγαλώσουν τα παιδιά. Θα μάθω εκείνη τη γλώσσα όταν βρω χρόνο. Κάθε αναβολή έχει την εξήγησή της. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αλλάζουν οι συνθήκες και η απάντηση παραμένει ίδια. Στην Κύπρο, το «να εξασφαλιστείς» έχει ιδιαίτερο βάρος. Για οικογένειες που γνώρισαν τη φτώχεια, τον ξεριζωμό και την απώλεια περιουσιών, η σταθερότητα σημαίνει προστασία. Ένα σπίτι, μια σίγουρη δουλειά και λίγα χρήματα στην άκρη αποτελούν κατανοητές επιδιώξεις. Πίσω από τη συμβουλή υπάρχει συχνά η αγωνία ανθρώπων που ξέρουν πόσο απότομα μπορεί να ανατραπεί η καθημερινότητα. Το τίμημα αρχίζει όταν η ασφάλεια γίνεται το μοναδικό κριτήριο κάθε επιλογής. Ο νέος αποφασίζει τι θα σπουδάσει αποκλειστικά με βάση την επαγγελματική αποκατάσταση. Ο μεγαλύτερος ντρέπεται να αρχίσει κάτι στο οποίο θα είναι άπειρος. Μια προσωπική επιθυμία περνά πρώτα από την έγκριση συγγενών και γνωστών, με τελευταία ερώτηση το «τι θα πει ο κόσμος;». Έτσι δημιουργείται ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα. Στα είκοσι είσαι μικρός για να ξέρεις. Στα σαράντα έχεις υποχρεώσεις. Στα εξήντα είναι αργά. Αν ακολουθήσεις πιστά αυτές τις οδηγίες, δύσκολα εντοπίζεις ποια ακριβώς περίοδος της ζωής σου σου ανήκει. Κάποτε αρχίζεις να υπερασπίζεσαι ο ίδιος τους περιορισμούς σου. «Εγώ αυτά ξέρω». «Έτσι είμαι». «Δεν αλλάζω τώρα». Κουβέντες που ακούγονται σαν αυτογνωσία μπορούν να γίνουν απαγόρευση εξέλιξης. Δεσμεύεσαι να παραμείνεις ίδιος, ακόμη κι όταν η καθημερινότητά σου σε στενεύει. Μια ζωή γεμάτη εργασία και φροντίδα έχει, βεβαίως, ουσία. Ο γονιός που παραμερίζει επιθυμίες για να μεγαλώσει παιδιά δεν έχει εγκαταλείψει τη ζωή. Ο εργαζόμενος που παλεύει να πληρώσει το ενοίκιο δεν χρειάζεται διαλέξεις περί τόλμης. Η οικονομική πίεση, η ασθένεια και η εξάντληση περιορίζουν πραγματικές δυνατότητες. Θα ήταν προσβλητικό να βαφτίσουμε κάθε δυσκολία έλλειψη θέλησης. Υπάρχει όμως και η στιγμή που μια δυνατότητα ανοίγεται και την απορρίπτουμε σχεδόν αντανακλαστικά. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να αναβάλλουμε, ώστε δεν εξετάζουμε αν ο αρχικός λόγος εξακολουθεί να υπάρχει. Τα παιδιά μεγάλωσαν, λίγος χρόνος βρέθηκε, μια ευκαιρία παρουσιάστηκε. Παραμένει ο φόβος να εκτεθούμε, να αποτύχουμε ή να εξηγήσουμε γιατί θελήσαμε κάτι διαφορετικό. Η επιστροφή μπορεί να αρχίσει με ένα μάθημα, μια γνωριμία, μια επίσκεψη που χρόνια σχεδιάζαμε, μια δουλειά που επιτέλους στείλαμε για να κριθεί. Με λίγο χρόνο αφιερωμένο σε κάτι που μας ενδιαφέρει αρκετά ώστε να θέλουμε να ξυπνήσουμε αύριο και να το συνεχίσουμε. Ίσως ένα ουσιαστικό μέτρο της σχέσης μας με τη ζωή να είναι αν υπάρχει ακόμη κάτι που περιμένουμε με προσωπική ανυπομονησία. Κάτι που μας επιτρέπει να μιλάμε για το μέλλον χωρίς να απαριθμούμε μόνο λογαριασμούς, εξετάσεις και εκκρεμότητες. Ένας άνθρωπος μπορεί στα εβδομήντα να ανακαλύψει ένα ενδιαφέρον που θα αλλάξει τα επόμενα χρόνια του. Μπορεί και στα τριάντα να θεωρεί κάθε ενδεχόμενο κλειστό. Η ηλικία καταγράφει τον χρόνο που πέρασε. Το τι θα κάνουμε με εκείνον που απομένει παραμένει, στον βαθμό που οι συνθήκες το επιτρέπουν, μια ανοιχτή υπόθεση. Στην Κύπρο ξέρουμε να αφήνουμε πράγματα «για τα μωρά». Σπίτι, χωράφι, οικονομίες, ό,τι καταφέραμε να δημιουργήσουμε. Αξίζει να σκεφτούμε και το παράδειγμα που αφήνουμε μαζί τους. Αν τα παιδιά μάς βλέπουν μονίμως να στερούμαστε, να αναβάλλουμε και να φοβόμαστε κάθε αλλαγή, μπορεί να κληρονομήσουν και την πεποίθηση ότι έτσι οφείλει να περνά μια ζωή. Τι αξία έχει, λοιπόν, να εξασφαλίσουμε στα μωρά μας ένα σπίτι, αν τους μάθουμε ότι πρέπει να περιμένουν τη σύνταξη για να αρχίσουν να ζουν; Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης. Μελετά ιστορικά τεκμήρια και συνδέει τις εμπειρίες του παρελθόντος με τα ερωτήματα της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας.
