Depository of News

Όταν οι καπνοβιομηχανίες στην Κύπρο συνδέονταν με Μακάριο, Ομόνοια και ΑΠΟΕΛ

newsdepo.com · world

Μια λιγότερο γνωστή πτυχή της ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας φωτίζει νέα επιστημονική έρευνα, η οποία εξετάζει τη δράση των μεγάλων καπνοβιομηχανιών στην Κύπρο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία. Η μελέτη του ιστορικού Ανδρέκου Βαρνάβα, με τίτλο «Stunting Public Health: Big Tobacco, Cigarette Smoking, and Anti-Smoking in Postcolonial Cyprus, 1960–1980» , δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Enterprise & Society . Βασισμένη σε εταιρικά αρχεία, ιστορικά δημοσιεύματα και άλλες πρωτογενείς πηγές, η έρευνα περιγράφει πώς η κυπριακή αγορά τσιγάρων βρέθηκε υπό τον έλεγχο δύο μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων, την ώρα που οι προσπάθειες προστασίας της δημόσιας υγείας παρέμεναν περιορισμένες. Ο Μακάριος και οι καπνοβιομηχανίες Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄, τον πρώτο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο Μακάριος ήταν συστηματικός καπνιστής στην ιδιωτική του ζωή, ενώ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του είχε συναντήσεις με στελέχη καπνοβιομηχανιών. Η έρευνα εξετάζει αυτές τις επαφές στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο. Αναφορές γίνονται και στον Τουρκοκύπριο ηγέτη Φαζίλ Κιουτσούκ, ο οποίος εμφανιζόταν δημόσια να καπνίζει, σε μια εποχή κατά την οποία το τσιγάρο αποτελούσε κοινωνικά αποδεκτή συνήθεια και η επιστημονική συζήτηση για τις επιπτώσεις του στην υγεία δεν είχε ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστικά κρατικά μέτρα. Ένα από τα σπάνια βίντεο-αρχεία που υπάρχει στον Ψηφιακό Ηρόδοτο φαίνεται ο Μακάριος να καπνίζει κατά την επίσκεψή του στο Αμβούργο το 1962 (περίπου στο 1:20) Δύο εταιρείες έλεγχαν την αγορά Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τη συγκέντρωση της κυπριακής αγοράς καπνού στα χέρια δύο μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Από τη μία πλευρά βρισκόταν η British American Tobacco (BAT), μέσω της Ardath και της εταιρείας Διανέλλος και Βεργόπουλος. Από την άλλη, η Carreras-Rothmans, η οποία συνεργαζόταν με κυπριακά επιχειρηματικά συμφέροντα, μεταξύ των οποίων εκείνα του Τάκη Πατίκη. Η μελέτη αναφέρει ότι το 1968 η BAT κατείχε το 89% της Διανέλλος και Βεργόπουλος, ενώ η σχετική εξαγορά συνδεόταν με ποσό περίπου 340.000 κυπριακών λιρών. Η κυριαρχία των μεγάλων εταιρειών αποτυπώνεται και στα στοιχεία της αγοράς. Το 1971, σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάζει ο Βαρνάβας, η Carreras-Rothmans κατείχε περίπου το 65% της αγοράς τσιγάρων στην Κύπρο. Την ίδια περίοδο, η κατανάλωση της μάρκας Craven A υπολογιζόταν σε περίπου ένα εκατομμύριο τσιγάρα ημερησίως. Τα στοιχεία αναδεικνύουν το μέγεθος της καπνιστικής συνήθειας σε μια μικρή χώρα, όπου οι καπνοβιομηχανίες είχαν αποκτήσει σημαντική οικονομική παρουσία. Ομόνοια, ΑΠΟΕΛ και χορηγίες Η παρουσία των καπνοβιομηχανιών δεν περιοριζόταν στην παραγωγή και πώληση τσιγάρων. Οι εταιρείες αξιοποιούσαν τον αθλητισμό και τις πολιτιστικές δραστηριότητες για την προβολή των προϊόντων τους και την ενίσχυση της αναγνωρισιμότητάς τους. Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ardath συνδέθηκε με χορηγίες προς την Ομόνοια, ενώ η Carreras με τον ΑΠΟΕΛ. Η έρευνα καταγράφει επίσης δραστηριότητες προβολής στον μηχανοκίνητο αθλητισμό και σε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι χορηγίες αυτές επέτρεπαν στις επιχειρήσεις να συνδέουν τα εμπορικά τους σήματα με ιδιαίτερα δημοφιλείς κοινωνικές δραστηριότητες, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχαν οι σημερινοί περιορισμοί στη διαφήμιση προϊόντων καπνού. Πρώην στέλεχος της ΕΟΚΑ στο διοικητικό συμβούλιο Μια ακόμη ενδιαφέρουσα αναφορά αφορά τον Παυλάκη Παύλου, πρώην τομεάρχη της ΕΟΚΑ και βουλευτή του Πατριωτικού Μετώπου. Σύμφωνα με ιστορικά δημοσιεύματα που αξιοποιεί ο ερευνητής, ο Παύλου συμμετείχε το 1968 στο διοικητικό συμβούλιο της Carreras of Cyprus. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτυπώνει τη συμμετοχή προσώπων με πολιτική και ιστορική επιρροή στη διοίκηση μεγάλων επιχειρήσεων της εποχής. Η παρουσία του σε εταιρικό διοικητικό συμβούλιο δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παράνομης δραστηριότητας. Αναδεικνύει, ωστόσο, ένα πεδίο σχέσεων μεταξύ επιχειρηματικών συμφερόντων και πολιτικών προσωπικοτήτων που παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον. Η διαμάχη για τις τηλεοπτικές διαφημίσεις στο ΡΙΚ Η τηλεόραση αποτέλεσε ένα ακόμη πεδίο ανταγωνισμού των μεγάλων καπνοβιομηχανιών. Η μελέτη αναφέρεται σε εταιρική αλληλογραφία του 1972, από την οποία προκύπτουν διαφωνίες σχετικά με την προβολή διαφημίσεων τσιγάρων από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. Στις σχετικές διαδικασίες ενεπλάκη το ΡΙΚ, καθώς οι εταιρείες επιδίωκαν να διασφαλίσουν ευνοϊκούς όρους προβολής των προϊόντων τους. Το επεισόδιο δείχνει πόσο σημαντική είχε καταστεί η τηλεοπτική διαφήμιση για την εμπορική στρατηγική των καπνοβιομηχανιών ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οι πρώτες αντιδράσεις και η καθυστέρηση της νομοθεσίας Παρά τη μεγάλη διάδοση του καπνίσματος, οι οργανωμένες προσπάθειες περιορισμού του άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη δυναμική κατά τη δεκαετία του 1970. Η έρευνα αναδεικνύει τη συμβολή του Αρμενοκύπριου επιχειρηματία Χαγκόπ Κεχεγιάν στην αντικαπνιστική δραστηριότητα, καθώς και τη δράση οργανώσεων που επιχειρούσαν να ενημερώσουν την κοινωνία για τους κινδύνους του καπνίσματος. Το 1971 ιδρύθηκε η Αντικαρκινική Εταιρεία Κύπρου, ενώ το 1980 εμφανίστηκε και η Ένωση Μη Καπνιστών. Την ίδια χρονιά θεσπίστηκε η πρώτη κυπριακή αντικαπνιστική νομοθεσία, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας πιο οργανωμένης κρατικής αντιμετώπισης του ζητήματος. Για περίπου δύο δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία, η κατανάλωση και διαφήμιση τσιγάρων είχαν αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον περιορισμένης νομοθετικής παρέμβασης. Τα απόρρητα εταιρικά αρχεία Ιδιαίτερη σημασία έχει το αρχειακό υλικό στο οποίο βασίζεται η έρευνα. Μεταξύ των εγγράφων που παραπέμπει ο Βαρνάβας περιλαμβάνονται εμπιστευτικές σημειώσεις συναντήσεων στελεχών της British American Tobacco από τον Νοέμβριο του 1965, έγγραφα της επιτροπής πολιτικής της εταιρείας από τον Οκτώβριο του 1971 και εσωτερική αλληλογραφία του 1974. Στις πηγές περιλαμβάνεται επίσης έγγραφο με τίτλο «Re-Constitution Exercise for Cyprus» , ημερομηνίας 21 Μαρτίου 1974, καθώς και άλλη εμπιστευτική εταιρική αλληλογραφία των μηνών πριν από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή. Η ύπαρξη των εγγράφων αυτών προσφέρει δυνατότητες περαιτέρω ιστορικής διερεύνησης της οικονομικής παρουσίας των πολυεθνικών εταιρειών στην Κύπρο, χωρίς να συνεπάγεται από μόνη της εμπλοκή τους στα πολιτικά γεγονότα του 1974.

Read full article →