Μείωση 7% στον τουρισμό – Το Ισραήλ κάλυψε τις απώλειες από ευρωπαϊκές αγορές
Μείωση 7% στις τουριστικές αφίξεις μέχρι τον Αύγουστο του 2026, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφει η Κύπρος, με την ισραηλινή αγορά να αντισταθμίζει σημαντικό μέρος των απωλειών από τις ευρωπαϊκές χώρες. Την ίδια ώρα, ο Σύνδεσμος Ταξιδιωτικών και Τουριστικών Πρακτόρων Κύπρου (ACTTA) θέτει ως βασική προτεραιότητα την ενίσχυση του ολόχρονου τουρισμού, προειδοποιώντας για τις διαχρονικές αδυναμίες του κλάδου και την ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ACTTA, ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Χάρης Παπαχαραλάμπους, ανέφερε ότι η χρονιά ξεκίνησε με σημαντικές προκλήσεις, οι οποίες προκάλεσαν αλυσιδωτές επιπτώσεις στον τουρισμό και ανέδειξαν υφιστάμενες αδυναμίες της κυπριακής τουριστικής βιομηχανίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας που επικαλέστηκε, η συνολική μείωση στις τουριστικές αφίξεις μέχρι και τον Αύγουστο ανήλθε στο 7% σε σύγκριση με το 2025, με τον ίδιο να εκτιμά ότι το ποσοστό αυτό θα περιοριστεί μέχρι το τέλος του έτους. Ωστόσο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία των ευρωπαϊκών αγορών, από τις οποίες καταγράφεται μείωση που αγγίζει το 10%. Για το Ηνωμένο Βασίλειο, τη μεγαλύτερη τουριστική αγορά της Κύπρου, η υποχώρηση ξεπερνά το 10%, ενώ ακόμη μεγαλύτερες απώλειες παρουσιάζουν η Γαλλία και η Ιταλία, με μειώσεις 36,5% και 33,5% αντίστοιχα. Το Ισραήλ αντισταθμίζει τις απώλειες Το κενό που δημιουργήθηκε από την υποχώρηση των ευρωπαϊκών αγορών κάλυψε σε σημαντικό βαθμό η ισραηλινή αγορά, η οποία παρουσιάζει εντυπωσιακή αύξηση, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους τρεις με τέσσερις μήνες. Όπως ανέφερε ο κ. Παπαχαραλάμπους, με βάση τις υφιστάμενες τάσεις, οι αφίξεις από το Ισραήλ ενδέχεται να φτάσουν τις 650.000 με 700.000 μέχρι το τέλος του έτους. Παράλληλα, οι δύο μεγαλύτερες αγορές της Κύπρου ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν πέραν του 50% των συνολικών αφίξεων, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει να καταγραφεί από το 2019. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, ο πρόεδρος του ACTTA υπογράμμισε ότι ο τουρισμός εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική εποχικότητα, καθώς οι χειμερινοί μήνες παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση της συνεισφοράς τους στο σύνολο των αφίξεων. «Ο ολόχρονος τουρισμός πρέπει να είναι ο πρώτος και αδιαπραγμάτευτος στόχος μας», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυσή του μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων της τουριστικής βιομηχανίας. Αναφερόμενος στις προοπτικές του κλάδου, σημείωσε ότι ο υπερτουρισμός δεν έχει επηρεάσει ακόμη άμεσα την Κύπρο, ωστόσο εκτίμησε ότι η χώρα δεν βρίσκεται μακριά από αυτό το ενδεχόμενο. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι η περαιτέρω ανάπτυξη θα πρέπει να επικεντρωθεί στους μήνες χαμηλής ζήτησης, αλλά και σε εναλλακτικές μορφές τουρισμού. Παράλληλα, αναγνώρισε τη συμβολή των τοπικών αρχών στην ποιοτική αναβάθμιση των περιοχών τους, σημειώνοντας ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης. Κάλεσε, επίσης, τους εμπλεκόμενους στον κλάδο να επιδείξουν μεγαλύτερη ευελιξία, ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και αποφασιστικότητα, υπογραμμίζοντας ότι στόχος δεν πρέπει να είναι αποκλειστικά η κατάρριψη ιστορικών ρεκόρ, αλλά η αξιοποίηση των πραγματικών δυνατοτήτων της τουριστικής βιομηχανίας. Υπενθυμίζεται ότι το 2025 οι τουριστικές αφίξεις ξεπέρασαν τα 4,45 εκατομμύρια, ενώ τα ταξίδια των μόνιμων κατοίκων Κύπρου έφτασαν σχεδόν τα δύο εκατομμύρια. Ο εξερχόμενος τουρισμός κατέγραψε επίσης ιστορικό ρεκόρ, με 1,96 εκατομμύρια ταξίδια κατοίκων, εκ των οποίων το 33% είχε προορισμό την Ελλάδα. Κουμής: Απέδωσαν τα μέτρα της κυβέρνησης Από την πλευρά του, ο Υφυπουργός Τουρισμού, Κώστας Κουμής, εμφανίστηκε θετικός ως προς την πορεία ανάκαμψης του κλάδου, επισημαίνοντας ότι τα έσοδα από τον τουρισμό κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 μειώθηκαν μόλις κατά 7% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Την ίδια ώρα, τα έσοδα ήταν αυξημένα κατά 9,2% σε σύγκριση με το 2024 και κατά 13,8% σε σύγκριση με το 2023. Όπως ανέφερε, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο τουριστικός τομέας ανέκαμψε σχεδόν πλήρως από την κρίση που αντιμετώπισε μέσα στο 2026, χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ορισμένες αγορές παρουσίασαν υστέρηση. Ο κ. Κουμής υποστήριξε ότι τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση απέδωσαν, αναφέροντας μεταξύ άλλων τις ενέργειες για αποκατάσταση της διεθνούς τουριστικής εικόνας της Κύπρου, την ενισχυμένη προβολή της χώρας και τις στοχευμένες παρεμβάσεις για τη διατήρηση των διαθέσιμων αεροπορικών θέσεων από αεροπορικές εταιρείες και οργανωτές ταξιδιών. Σύμφωνα με τον Υφυπουργό, οι ενέργειες αυτές συνέβαλαν στην ανάκαμψη του τουρισμού μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του κυπριακού τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτέλεσε σημαντική ευκαιρία για τη διεθνή προβολή της Κύπρου, ενώ έθεσε ως προτεραιότητα την περαιτέρω αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. «Η επιτυχία δεν είναι ποτέ δεδομένη», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις του 2026 υπενθύμισαν την ανάγκη συνεχούς προσπάθειας και προσαρμογής. Καταλήγοντας, ο κ. Κουμής τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης ενός σύγχρονου τουριστικού μοντέλου, το οποίο θα επενδύει περισσότερο στην τουριστική εμπειρία, θα αναδεικνύει την αυθεντικότητα της Κύπρου και θα στηρίζεται στη βιώσιμη ανάπτυξη, με ουσιαστικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και τους πολίτες. ΚΕΒΕ: Νέες προκλήσεις για τον τουρισμό Στη Γενική Συνέλευση του ACTTA απηύθυνε χαιρετισμό και ο γενικός γραμματέας του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης, ο οποίος υπογράμμισε τη σημασία του Συνδέσμου, ιδιαίτερα υπό το βάρος των προβλημάτων που αντιμετώπισε φέτος ο τουρισμός λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ο κ. Ρουσουνίδης επισήμανε ότι ο κλάδος βρίσκεται ενώπιον σημαντικών αλλαγών και προκλήσεων, καθώς η ψηφιοποίηση, οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες, ο αυξημένος διεθνής ανταγωνισμός και οι γεωπολιτικές εξελίξεις διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον για τις τουριστικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη μετάβασης σε ένα πιο βιώσιμο και ποιοτικό μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης, επισημαίνοντας ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να επενδύσουν, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εποχής.
