Το δέον γένεσθαι στο Κυπριακό
52 χρόνια μετά την τραγωδία του 1974, θα πρέπει με ειλικρίνεια και ρεαλισμό να αποτιμήσουμε που βρισκόμαστε. Οι χαμηλές έως ανύπαρκτες προσδοκίες για πρόοδο στο Κυπριακό από τις επαφές – διαβουλεύσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, επιβεβαιώθηκαν. Παγιώνεται πλέον ως αμετακίνητη η Τουρκική θέση για λύση δύο κρατών, κυριαρχική ισότητα και ίσο διεθνές καθεστώς. Σε πλήρη ανατροπή των συμφωνιών «υψηλού επιπέδου» του 1977 και 1979 και σε αντίθεση με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που αναφέρονται σε ομοσπονδία με μια κυριαρχία, μια διεθνή νομική προσωπικότητα και μια υπηκοότητα. Με διάφανο τον τελικό τουρκικό στόχο για μια συνομοσπονδιακή λύση, που θα παρουσιαστεί μάλιστα ως υποχώρηση, αφού γίνει αποδεκτή η λεγόμενη «κυριαρχική ισότητα». Αυτές οι θέσεις διατυπώθηκαν από τον Ερτογάν στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Και με την σιωπηρή συναίνεση Ερχιουρμάν, ο οποίος ουδόλως διαφοροποιείται από τις θέσεις Ερτογάν. Συνεπώς η συμφωνία για έναρξη διαπραγματεύσεων με κοινή διαπραγματευτική βάση, φαίνεται πλέον χλωμή αν όχι αδύνατη παρά το γεγονός ότι ο Γ.Γ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, εξήγγειλε πραγματοποίηση μιας νέας πενταμερούς κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο. Η συνέχιση της αποστολής της κ.Ολγκίν δεν φαίνεται να προοιωνίζει θετικές εξελίξεις. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, στρατηγικός στόχος Κύπρου και Ελλάδας θα πρέπει να είναι ο πειθαναγκασμός της τουρκικής πλευράς να επανέλθει σε ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο όπως ορίζεται από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 77 και 79 και τους κανόνες του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Μόνη προσφερόμενη επιλογή είναι η αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού παράγοντα σε αλληλουχία με τις Ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας. Επί δεκαετίες η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., εθεωρείτο, όχι αδικαιολόγητα, ως δέλεαρ για την Τουρκία και ως μοχλός πίεσης, «καρότο» κατά την επί το λαϊκώτερον επικρατήσασαν έκφρασιν, προκειμένου να υποχρεωθεί να συναινέσει τόσο στη δίκαιη λύση του Κυπριακού όσο και στην εγκατάλειψη των έωλων διεκδικήσεων της εις βάρος των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Οι εξελίξεις ωστόσο ανέτρεψαν άρδην τα δεδομένα. Προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν υπάρχει. Το δέλεαρ εξαφανίστηκε. Το «καρότο» τελείωσε. Υπάρχει άλλος τρόπος να αντικατασταθεί αυτός ο μοχλός πίεσης επί της Τουρκίας; Είναι γνωστό ότι αναπτύσσεται μια νέα άποψη και θέση στους κόλπους της Ε.Ε. , προεξάρχουσας της Γαλλίας, ότι η διεύρυνση της Ένωσης δεν μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές και ότι πρέπει να προκριθεί και να εφαρμοστεί η ειδική εταιρική σχέση, για ορισμένες τουλάχιστον υποψήφιες χώρες. Σε ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναφέρεται ότι «το Ε.Κ συνιστά την εξεύρεση ενός παράλληλου και ρεαλιστικού πλαισίου για τις σχέσεις Ε.Ε – Τουρκίας και καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τις πιθανές μορφές θα μπορούσε να πάρει αυτό». Και επιβεβαιώνει «ότι η Τουρκία παραμένει υποψήφια για ένταξη στην Ε.Ε». Παρά τον πυθιακό και εν πολλοίς αντιφατικό χαρακτήρα της διατύπωσης αυτής, είναι φανερό εν τούτοις ο προσανατολισμός προς την ειδική Εταιρική σχέση. Ελλάδα και Κύπρος θα πρέπει να ανταποκριθούν θετικά σε αυτή την άποψη -θέση. Γιατί είναι πρόδηλο ότι με αυτό τον τρόπο, στην περίπτωση της Τουρκίας, ο μοχλός πίεσης θα επανέλθει, δεδομένου ότι η ειδική εταιρική σχέση θα αποτελεί και πάλι δέλεαρ. Ώστε να λειτουργεί προς την κατεύθυνση της δυνατότητας Ελλάδας και Κύπρου, ως κρατών μελών της Ε.Ε, και άρα ως κριτών – ελεγκτών της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, να επηρεάζουν τη συμπεριφορά της, τόσο ως προς το Κυπριακό, όσο και ως προς το θέμα των λεγόμενων ελληνοτουρκικών διαφορών. Οι συχνές δηλώσεις Ερτογάν ότι η Τουρκία «θα επανεξετάσει τη στάση της έναντι της Ε.Ε» αποτελεί απλό λεονταρισμό. «Ειρήσθω εν παρόδω» ότι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2005 που αναθέτουν στην Τουρκία, συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι της Κύπρου, προκειμένου να προχωρήσει ο ενταξιακός διάλογος με την Ε.Ε., παραμένουν λησμονημένες και αναξιοποίητες. Οι τρεις συγκεκριμένες υποχρεώσεις της Τουρκίας, έναντι της Κύπρου είναι: Πρώτον, η από μέρους της Τουρκίας ανεπιφύλακτη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεύτερον, το άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της Τουρκίας σε κυπριακά πλοία και αεροπλάνα. Τρίτον, συνεργασία της Τουρκίας για λύση του Κυπριακού στη βάση των περί Κύπρου ψηφισμάτων του ΟΗΕ και των αρχών και των αξιών της Ε.Ε. Η Τουρκία κατά συρροήν και κατ΄εξακολούθησιν, περιφρονεί και καταπατεί τις συγκεκριμένες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επί 21 ολόκληρα χρόνια. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οξύνει και κλιμακώνει την παραβατική της συμπεριφορά, με τις θρασύτατες αξιώσεις της για «λύση δύο κρατών» και «κυριαρχική ισότητα» και με τις έκνομες ενέργειες της στην Αμμόχωστο. Και με την προτιθέμενη κατασκευή αεροπορικής βάσης στο Λευκόνοικο και ναυτικής βάσης στην Καρπασία. Είναι η ώρα της αλήθειας. Η στρατηγική αξιοποίησης της Ε.Ε., προκειμένου να πειθαναγκαστεί να συμφιλιωθεί με μια λύση του Κυπριακού στη βάση των αρχών του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου, χρειάζεται αναδιαμόρφωση και επανατοποθέτηση. Και αυτό χρειάζεται αποφάσεις και πολιτικές με βάση τα συνεχώς διαφοροποιούμενα δεδομένα. Με κεντρικό άξονα τη ρήση «εάν ζητήσεις καλώς ευρήσεις». Η εκδηλούμενη άτεγκτη στάση της Τουρκίας και της υποχείριας Τ/Κ ηγεσίας έναντι της πρωτοβουλίας του Γ.Γ του ΟΗΕ και της ειδικής απεσταλμένης του στο Κυπριακό, επιβάλλουν την αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού παράγοντα για να πειθαναγκαστεί η Τουρκία σε εκλογίκευση. Πρώην Προέδρου Βουλής των Αντιπροσώπων
