Μπορεί η οικονομία να συνεχίσει να αναπτύσσεται χωρίς να λύσει το στεγαστικό;
Του Γιώργου Κυριάκου Τα τελευταία χρόνια η Κύπρος έβαλε έναν φιλόδοξο στόχο και κατάφερε να σημειώσει σημαντική πρόοδο. Δημιούργησε ένα πιο ελκυστικό περιβάλλον για διεθνείς εταιρείες και επαγγελματίες, ενώ παράλληλα διαμόρφωσε συνθήκες που έδωσαν σε Κύπριους του εξωτερικού περισσότερους λόγους και ευκαιρίες να επιστρέψουν και να εργαστούν στη χώρα τους. Φορολογικά κίνητρα, απλοποιημένες διαδικασίες και ένα πιο ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον συνέβαλαν στην προσέλκυση ανθρώπων και επιχειρήσεων, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στη διαφοροποίηση της οικονομίας. Οι άνθρωποι όμως δεν έρχονται μόνοι τους. Έρχονται με οικογένειες, με παιδιά που πρέπει να γραφτούν σε σχολείο και με την απλή, καθημερινή ανάγκη να βρουν κατοικία. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί: τι αξία έχει να δημιουργούνται θέσεις εργασίας, αν οι άνθρωποι που θα τις καλύψουν δυσκολεύονται να ζήσουν κοντά σε αυτές; Αυτή η επιτυχία, όμως, δημιουργεί και μια νέα πρόκληση: όλοι αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται κάπου να ζήσουν. Και όταν η οικονομία και ο πληθυσμός μιας πόλης αναπτύσσονται ταχύτερα από την προσφορά κατοικίας, η στέγαση παύει να είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα. Γίνεται προϋπόθεση για να συνεχιστεί η ίδια η ανάπτυξη. Τι δείχνουν τα στοιχεία Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κύπρο το 2026 αποτυπώνει την εικόνα με ακρίβεια. Τα ενοίκια στην Κύπρο αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές των ακινήτων, αναδεικνύοντας ένα από τα σημαντικότερα διαρθρωτικά προβλήματα της στεγαστικής αγοράς: την περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών για μακροχρόνια ενοικίαση, όπως επισημαίνεται και στο Παράρτημα Στέγασης 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής . Το ενδιαφέρον είναι πού συγκεντρώνεται η πίεση. Στη Λεμεσό, την Πάφο και τη Λάρνακα οι τιμές κατοικιών βρίσκονται περίπου 39% πάνω από τον εθνικό μέσο όρο. Ειδικά στη Λεμεσό, το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται σε ενοίκιο ξεπερνά κατά πολύ τον μέσο όρο της χώρας. Σε εθνικό επίπεδο, τα νοικοκυριά διέθεταν το 22% του εισοδήματός τους σε ενοίκιο το 2025, ποσοστό που βρίσκεται στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η Κύπρος δηλαδή δεν εμφανίζει γενικευμένο πρόβλημα προσιτότητας στην ενοικίαση. Αυτό είναι ίσως το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο της έκθεσης. Το ζήτημα δεν είναι διάχυτο σε όλη τη χώρα, αλλά εντοπισμένο σε συγκεκριμένες πόλεις και σε συγκεκριμένο τύπο κατοικίας. Και τα εντοπισμένα ζητήματα λύνονται με στοχευμένες παρεμβάσεις, όχι με ανατροπή ολόκληρου του συστήματος. Το επόμενο βήμα μιας επιτυχημένης στρατηγικής Η Κύπρος σχεδίασε με μεγάλη προσοχή το πλαίσιο που θα έφερνε επιχειρήσεις και ταλέντο: το φορολογικό καθεστώς, τα κίνητρα, τις διαδικασίες, την προβολή της χώρας στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα είναι ορατό. Το επόμενο βήμα είναι να δοθεί η ίδια προσοχή στο πού θα ζουν οι άνθρωποι που έρχονται, και αυτό είναι κάτι που μπορεί να σχεδιαστεί εξίσου μεθοδικά. Το κενό στην προσφορά κατοικιών στην Κύπρο υπολογίζεται σε περίπου 39.000 μονάδες σύμφωνα με τα στατιστικά της Eurostat. (σελ. 2) Δεν πρόκειται όμως μόνο για ζήτημα ποσότητας, αλλά και για ζήτημα είδους κατοικιών. Η ενοικίαση στην Κύπρο στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες που διαθέτουν ένα ή δύο διαμερίσματα ο καθένας. Δεν υπάρχει οργανωμένο απόθεμα κατοικιών φτιαγμένων εξαρχής για μακροχρόνια διαμονή. Η ίδια η έκθεση σημειώνει ότι τα σπίτια που ανήκουν στο κράτος ή σε μη κερδοσκοπικούς φορείς και νοικιάζονται κάτω από την τιμή της αγοράς είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα, όταν στην Ευρώπη αντιστοιχούν κατά μέσο όρο περίπου σε ένα στα δώδεκα σπίτια. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι γνωστό σε όποιον έχει προσπαθήσει να μετακομίσει. Μια εταιρεία που φέρνει πενήντα εργαζόμενους στη Λεμεσό δεν έχει πού να τους στεγάσει. Πενήντα άνθρωποι, ή ακόμη και οικογένειες, ψάχνουν ο καθένας ξεχωριστά, σε μια αγορά που δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να απορροφά κινητικότητα αυτής της κλίμακας, και ανταγωνίζονται τους ντόπιους κατοίκους για τα ίδια λίγα διαθέσιμα ακίνητα. Η στέγη ως μέρος της οικονομικής πολιτικής Η προσέλκυση εταιρειών και ταλέντου είναι εξέλιξη που αξίζει να καλωσορίσουμε και να ενισχύσουμε. Περισσότερες επιχειρήσεις σημαίνουν περισσότερες θέσεις εργασίας, περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους που ξεκινούν την καριέρα τους στον τόπο τους και μια πιο σταθερή, λιγότερο ευάλωτη οικονομία. Ακριβώς επειδή θέλουμε να συνεχιστεί, χρειάζεται να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα τη στηρίξουν. Μια χώρα που μπορεί να στεγάσει τους ανθρώπους που προσελκύει, τους κρατά. Εδώ αποκτά πρακτική αξία το μοντέλο Build-to-Rent : συγκροτήματα σχεδιασμένα εξαρχής για ενοικίαση, με ενιαία διαχείριση και μακροχρόνιο ορίζοντα. Τρία βασικά χαρακτηριστικά του απαντούν άμεσα στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Πρώτον, η τοποθεσία, καθώς τέτοιες αναπτύξεις μπορούν να δημιουργηθούν κοντά σε εργασιακά και επιχειρηματικά κέντρα. Δεύτερον, η ποικιλία των διαθέσιμων κατοικιών, αφού το ίδιο συγκρότημα μπορεί να περιλαμβάνει τόσο μικρά διαμερίσματα για όσους μετακινούνται μόνοι όσο και μεγαλύτερα για οικογένειες με παιδιά. Τρίτον, η σταθερότητα, καθώς δίνει στους ενοίκους τη δυνατότητα να παραμείνουν για χρόνια στο ίδιο σπίτι, να οργανώσουν τη ζωή τους και να μη βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με την ανάγκη μιας νέας μετακόμισης. Το συμπέρασμα Η οικονομική ανάπτυξη και η στεγαστική πολιτική δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως δύο ξεχωριστά ζητήματα. Στην πραγματικότητα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Μια οικονομία που αναπτύσσεται, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και περισσότερες ευκαιρίες χρειάζεται παράλληλα τις κατάλληλες υποδομές και επαρκή προσφορά κατοικίας για να στηρίξει αυτή την πρόοδο. Η στέγαση δεν αποτελεί απλώς κοινωνική ανάγκη, αλλά βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας. Γι' αυτό και η αύξηση της προσφοράς κατοικιών πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ευρύτερου αναπτυξιακού σχεδιασμού της χώρας. Πηγές: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έκθεση για την Κύπρο 2026, Παράρτημα Στέγασης, SWD(2026) 213 ( κείμενο έκθεσης ) και Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, Παραρτήματα Στέγασης .
