Πότε ευθύνονται οι διαχειριστές ταμείων προνοίας για την επενδυτική πολιτική
Του Κωνσταντίνου Κληρίδη, Δικηγόρου και Εταίρου στη δικηγορική εταιρεία Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Η αμελής διαχείριση των χρημάτων ενός ταμείου προνοίας μπορεί να επιφέρει προσωπική ευθύνη των μελών της διαχειριστικής επιτροπής. Αυτό επιβεβαιώνει η ομόφωνη απόφαση του Εφετείου Κύπρου της 30ής Σεπτεμβρίου 2026 στις Πολιτικές Εφέσεις 401/2019 και 402/2019, με ιδιαίτερη σημασία για το καθήκον επιμέλειας, την προσωπική ευθύνη και το βάρος απόδειξης. Η υπόθεση αφορούσε το Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και των εξηρτημένων της εταιρειών. Πρωτοδίκως είχε επιδικαστεί αποζημίωση €194.708,44 εναντίον του Ταμείου, ενώ τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής είχαν απαλλαγεί. Το Εφετείο ανέτρεψε την απαλλαγή των τριών εφεσιβλήτων μελών και εξέδωσε απόφαση εναντίον τους, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, για το ίδιο ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. Αμέλεια στη διαχείριση: η καλή πίστη δεν αρκεί Στον πυρήνα της υπόθεσης βρισκόταν η παράλειψη επίδειξης της απαιτούμενης επιμέλειας. Περίπου το 88% του ενεργητικού του Ταμείου παρέμενε επενδεδυμένο σε μετοχές της εργοδότριας Τράπεζας, χωρίς ουσιαστική εξέταση της ανάγκης διασποράς του κινδύνου και χωρίς την απαιτούμενη αντίδραση παρά τη σημαντική πτώση της αξίας τους. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι οι διαχειριστές οφείλουν να ενεργούν με την επιμέλεια συνετού ανθρώπου που επενδύει για λογαριασμό άλλων. Αυτό περιλαμβάνει την αναζήτηση κατάλληλης συμβουλής, τη συνετή αξιολόγησή της και τη διαρκή εξέταση της ανάγκης διαφοροποίησης των επενδύσεων. Η προσωπική ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί σε αμέλεια, χωρίς να απαιτείται δόλος. Η καλή πίστη και η ειλικρίνεια δεν υποκαθιστούν τη δέουσα επιμέλεια. Βεβαίως, η επενδυτική απώλεια δεν αρκεί από μόνη της: απαιτείται υπαίτια παράβαση καθήκοντος που προκάλεσε τη ζημία. Η προσωπική ευθύνη των διαχειριστών Η ευθύνη θεμελιώθηκε στο άρθρο 14(5) του Ν. 44/1981 και στο άρθρο 18(7) του Ν. 146(Ι)/2006, που εφαρμόζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι διατάξεις προβλέπουν ευθύνη του Ταμείου για ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, προσθέτοντας ότι ευθύνεται επιπλέον εξ ολοκλήρου και το υπαίτιο πρόσωπο. Το Εφετείο διευκρίνισε ότι η χωριστή νομική προσωπικότητα του Ταμείου δεν εξαλείφει την προσωπική ευθύνη των υπαίτιων διαχειριστών . Οι παραλείψεις που καταλογίστηκαν στο Ταμείο αποτελούσαν παραλείψεις των φυσικών προσώπων που ασκούσαν τη διαχείρισή του. Ούτε η καταστατική απαίτηση έγκρισης των επενδύσεων από την Τράπεζα περιόριζε τα νόμιμα καθήκοντα της Επιτροπής απέναντι στους δικαιούχους. Το κρίσιμο ζήτημα του βάρους απόδειξης Ιδιαίτερη σημασία έχει η κρίση για το αποδεικτικό βάρος. Το Εφετείο έκρινε ότι, αφού αποδειχθούν η αδικοπραξία και η υπαίτια πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το Ταμείο, το evidential burden μετατοπίζεται σε κάθε μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής να προβάλει συγκεκριμένο λόγο που αίρει την προσωπική του υπαιτιότητα. Ο ζημιωθείς δεν μπορεί να αναμένεται να γνωρίζει την ατομική ψήφο ή τη στάση κάθε διαχειριστή. Πρόκειται για γεγονότα της εσωτερικής λειτουργίας του οργάνου, τα οποία βρίσκονται στη γνώση των ίδιων των μελών του. Η μετατόπιση αφορά το βάρος προσκόμισης μαρτυρίας για προσωπική απαλλαγή. Ο δικαιούχος εξακολουθεί να οφείλει να θεμελιώσει την παράβαση, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμό τους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δύο μέλη δεν προσκόμισαν μαρτυρία, ενώ το τρίτο δεν προέβαλε βάσιμο λόγο προσωπικής απαλλαγής. Η γενική άρνηση υπαιτιότητας δεν ανέτρεπε τα διαπιστωμένα γεγονότα. Η διαχρονική αξία της απόφασης Η απόφαση ερμήνευσε το δίκαιο που εφαρμοζόταν στην επίδικη διαχείριση της περιόδου 2006–2008. Έκτοτε, το πλαίσιο ενισχύθηκε, ιδίως με τον Ν. 10(Ι)/2020, ο οποίος προβλέπει αναλυτικότερες απαιτήσεις διακυβέρνησης, διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου. Το άρθρο 22(4) του νεότερου νόμου διατηρεί, πάντως, την προσωπική και εξ ολοκλήρου ευθύνη του υπαίτιου προσώπου παράλληλα με το Ίδρυμα. Η συλλογιστική του Εφετείου διατηρεί συνεπώς σημαντική ερμηνευτική αξία, με αναγκαία εξέταση των εκάστοτε εφαρμοστέων διατάξεων: η διαχείριση χρημάτων τρίτων συνεπάγεται ουσιαστικά καθήκοντα επιμέλειας και προσωπική λογοδοσία για την υπαίτια παράβασή τους. Η επιτυχούσα στην έφεση 402/2019, Ανδριανή Αρακελιάν, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, εκπροσωπήθηκε από τους δικηγόρους Κωνσταντίνο Κληρίδη και Λεβών Αρακελιάν , για τη δικηγορική εταιρεία Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε .
