Στεγαστικό: Το κενό των 39.000 κατοικιών και η ανάγκη για περισσότερη προσφορά
Του Γιώργου Κυριάκου Η συζήτηση για το στεγαστικό στην Κύπρο περιστρέφεται συνήθως γύρω από τις τιμές, τα ενοίκια και τη δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία. Πίσω όμως από όλα αυτά βρίσκεται ένα μεγαλύτερο, διαρθρωτικό πρόβλημα: η προσφορά δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς. Σύμφωνα με την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κύπρο το 2026, το κενό στην προσφορά εξακολουθεί να υπολογίζεται σε περίπου 39.000 κατοικίες. ( Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Παράρτημα Στέγασης 2026 ) Και όταν το έλλειμμα έχει αυτή την κλίμακα, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι επιπλέον μέτρα στήριξης χρειάζονται, αλλά πώς η Κύπρος μπορεί να δημιουργήσει περισσότερες κατοικίες, πιο οργανωμένα και σε μεγαλύτερη κλίμακα. Εδώ ανοίγει μια διαφορετική συζήτηση: για τον τρόπο που αναπτύσσουμε κατοικίες, για την προσέλκυση μακροπρόθεσμων κεφαλαίων και για μοντέλα επαγγελματικής ανάπτυξης και διαχείρισης που έχουν ήδη δοκιμαστεί σε μεγαλύτερες αγορές. Το ζητούμενο είναι περισσότερη οργανωμένη προσφορά Η κλίμακα του στεγαστικού κενού δείχνει ότι οι επιμέρους παρεμβάσεις, όσο χρήσιμες και αν είναι, δεν αρκούν από μόνες τους. Η Κύπρος χρειάζεται σταθερή και σημαντική αύξηση της προσφοράς κατοικίας για πολλά χρόνια. Οι προϋποθέσεις είναι πολλές: ταχύτερες αδειοδοτήσεις, πρόσβαση σε γη, χρηματοδότηση και ένας κατασκευαστικός κλάδος που να μπορεί να ανταποκριθεί. Η ίδια έκθεση καταγράφει ότι τον Οκτώβριο του 2025 το 41,4% των κυπριακών κατασκευαστικών επιχειρήσεων θεωρούσε ότι η έλλειψη εργατικού δυναμικού περιόριζε την παραγωγή του, έναντι 27,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, η παραγωγικότητα του κατασκευαστικού τομέα στην Κύπρο βρίσκεται περίπου στο 67% του ευρωπαϊκού επιπέδου. Τα δύο αυτά στοιχεία δείχνουν κάτι πέρα από ένα πρόβλημα προσωπικού. Δείχνουν ότι, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε χιλιάδες νέες κατοικίες, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο χτίζουμε αλλά και πώς χτίζουμε. Από τις μεμονωμένες αναπτύξεις στην οργανωμένη κατοικία Η κατοικία στην Κύπρο αναπτύσσεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό με την παραδοσιακή λογική. Κατασκευή, πώληση, και στη συνέχεια διαχείριση κάθε ακινήτου ξεχωριστά, συνήθως από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές έχουν αναπτυχθεί παράλληλα πιο οργανωμένα μοντέλα, με μεγαλύτερη συμμετοχή θεσμικών επενδυτών, κατασκευαστών και επαγγελματιών διαχειριστών. Ένα από αυτά είναι το Build-to-Rent. Η βασική του διαφορά δεν είναι απλώς ότι οι κατοικίες κατασκευάζονται για ενοικίαση. Είναι ότι ένα ολόκληρο συγκρότημα σχεδιάζεται εξαρχής ως μακροχρόνια στεγαστική υποδομή, παραμένει υπό ενιαία ιδιοκτησία ή διαχείριση και λειτουργεί επαγγελματικά σε βάθος χρόνου. Αυτό αλλάζει τα κίνητρα του επενδυτή. Η επιτυχία του έργου δεν κρίνεται τη στιγμή της πώλησης. Κρίνεται από την ποιότητα της κατασκευής, το κόστος συντήρησης, την ενεργειακή απόδοση και τη σωστή λειτουργία του συγκροτήματος για δεκαετίες. Όποιος μένει στο έργο, έχει κάθε λόγο να το κάνει σωστά από την αρχή. Κίνητρα για κεφάλαια που δημιουργούν νέα σπίτια Αν η Κύπρος θέλει πραγματικά να κλείσει ένα στεγαστικό κενό δεκάδων χιλιάδων μονάδων, χρειάζεται να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε περισσότερα ιδιωτικά και θεσμικά κεφάλαια να κατευθυνθούν στην παραγωγή νέας κατοικίας. Εκεί βρίσκεται και ένα σημαντικό μέρος της επόμενης συζήτησης για τη στεγαστική πολιτική. Όχι μόνο στο πώς θα στηρίξουμε εκείνον που θέλει να αγοράσει ή να ενοικιάσει ένα σπίτι, αλλά και στο πώς θα προσελκύσουμε εκείνους που μπορούν να δημιουργήσουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες νέες κατοικίες και να τις διαχειριστούν επαγγελματικά σε βάθος χρόνου. Τα κατάλληλα πολεοδομικά και φορολογικά κίνητρα, η προβλεψιμότητα στις αδειοδοτήσεις και ένα σταθερό πλαίσιο για μακροχρόνιες επενδύσεις μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Να δούμε τι λειτουργεί στο εξωτερικό Το Build-to-Rent δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως θεωρητική ιδέα που πρέπει να ανακαλύψει από την αρχή η Κύπρος. Το μοντέλο έχει ήδη αναπτυχθεί σε μεγαλύτερες αγορές και μπορούμε να μελετήσουμε τόσο τις επιτυχίες όσο και τα λάθη τους. Το ζητούμενο δεν είναι να αντιγράψουμε μηχανικά ένα ξένο μοντέλο. Είναι να δούμε ποια στοιχεία του προσαρμόζονται στο μέγεθος και στις ανάγκες της κυπριακής αγοράς: η ανάπτυξη σε μεγαλύτερη κλίμακα, η επαγγελματική διαχείριση, η μακροχρόνια επενδυτική λογική και οι κατοικίες που σχεδιάζονται εξαρχής για να κατοικηθούν και όχι για να πουληθούν. Γιατί τελικά η στεγαστική κρίση είναι πρωτίστως κρίση προσφοράς. Και όταν το κενό μετριέται σε δεκάδες χιλιάδες κατοικίες, η απάντηση πρέπει να έχει αντίστοιχη κλίμακα.
