Στοά Γιαζού: Απορρίφθηκε η έφεση ιδιοκτήτη για τις ζημιές στο υπόγειο
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση ιδιοκτήτη ακινήτου στη Λευκωσία, ο οποίος διεκδικούσε αποζημιώσεις από τον Εφεσίβλητο για ζημιές που είχαν προκληθεί σε υπόγειο οικοδομής στη Στοά Γιαζού, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ευθύνη του Εφεσίβλητου για την υγρασία, τη μούχλα, τις ρωγμές και τις φθορές που παρουσιάστηκαν στην οικοδομή. Παράλληλα, το Δικαστήριο επικύρωσε ουσιαστικά τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οποία οι ζημιές οφείλονταν στην κατασκευή και κυρίως στη μη επαρκή μόνωση και συντήρηση του κτιρίου από τους ιδιοκτήτες του. Η υπόθεση αφορούσε τριώροφη πολυκατοικία, ισόγεια καταστήματα, υπόγειο εργαστήρι και στοά από την οποία περνούσε ιδιωτικός δρόμος με δικαίωμα δημόσιας διάβασης. Η οικοδομή είχε ανεγερθεί βάσει άδειας οικοδομής που εκδόθηκε στις 3 Απριλίου 1948, κατόπιν αίτησης της τότε ιδιοκτήτριας Ζωής Ιακωβίδου. Ιδιαίτερη σημασία στην υπόθεση είχε το περιεχόμενο της συγκεκριμένης άδειας. Για την πλάκα του υπογείου, η οποία λογιζόταν ως «φόρτισις γέφυρας», είχαν τεθεί συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές. Μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι οι υπολογισμοί θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη οδοστρωτήρα βάρους επτά τόνων, με συντελεστή κρούσεως 1,4, καθώς και ασφαλτικό οδόστρωμα και θεμέλιο συνολικού πάχους τουλάχιστον 25 εκατοστών. Παράλληλα, η άδεια προέβλεπε ότι η επιφάνεια της πλάκας του υπογείου θα ακολουθούσε την κλίση του δρόμου και θα βρισκόταν σε τέτοιο υψομετρικό σημείο ώστε να υπέχει θέση θεμελίου. Προέβλεπε, επίσης, ότι επειδή η στοά θα χρησιμοποιείτο ως δρόμος, ολόκληρη η εργασία του υπογείου, δηλαδή η θεμελίωση, η τοιχοποιία και το μπετόν αρμέ, θα γινόταν υπό τον έλεγχο του Δήμου. Ο Εφεσείων είχε εγγραφεί ως ιδιοκτήτης τριών καταστημάτων και ενός διαμερίσματος το 1997, με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του υπογείου αρ. 1. Το 2004 εγγράφηκε ως ιδιοκτήτης ακόμη ενός διαμερίσματος στον δεύτερο όροφο. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήδη από το 1992 είχαν παρουσιαστεί στην οικοδομή προβλήματα υγρασίας, μούχλας και διάβρωσης στην πλάκα και στους τοίχους του υπογείου. Παράλληλα, είχαν εμφανιστεί ρωγμές στους τοίχους αντιστήριξης και στην πλάκα. Ο Εφεσείων διαμαρτυρόταν έκτοτε στον Εφεσίβλητο, αποδίδοντας σε αυτόν την ευθύνη για τις ζημιές. Από την άλλη πλευρά, ο Εφεσίβλητος αρνείτο οποιαδήποτε ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι τα προβλήματα είχαν προκληθεί εξαιτίας κακής κατασκευής και παράλειψης συντήρησης του υπογείου από τους ιδιοκτήτες της οικοδομής, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική σχετική ευθύνη. Κατά την εκδίκαση της αγωγής, ο Εφεσείων κατέθεσε ο ίδιος, ενώ ως μάρτυρας κατέθεσε και ο αρχιτέκτονας Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε επισκεφθεί τον χώρο και είχε ετοιμάσει εκθέσεις το 1992, το 2005, το 2007, οπότε είχε γίνει και εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης, και το 2012. Κατέθεσε επίσης γείτονας της περιοχής. Από την πλευρά του Εφεσίβλητου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, μεταξύ των οποίων πολιτικός μηχανικός που είχε διοριστεί από κοινού από τις δύο πλευρές για να ετοιμάσει έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και δύο πολιτικοί μηχανικοί που εργάζονταν στον Εφεσίβλητο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τη μαρτυρία του Εφεσείοντα ως ασαφή, αόριστη, γενική και αντιφατική σε ουσιώδη σημεία. Αντίστοιχα, είχε απορρίψει και τη μαρτυρία του γείτονα. Σε ό,τι αφορά τον αρχιτέκτονα που κατέθεσε για τον Εφεσείοντα, έκρινε ότι η μαρτυρία του δεν ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη. Αντίθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον πραγματογνώμονα που είχε διοριστεί από κοινού από τις δύο πλευρές ως ανεξάρτητο μάρτυρα, κρίνοντας ότι επεξήγησε επαρκώς, λεπτομερώς και με πλήρη τεκμηρίωση τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά του. Αποδέχθηκε επίσης τη μαρτυρία των δύο πολιτικών μηχανικών του Εφεσίβλητου, σημειώνοντας ότι αυτή επιβεβαιωνόταν από τα τεκμήρια και δεν είχε κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Με βάση αυτή τη μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι οι ζημιές προκλήθηκαν από την παράλειψη των ιδιοκτητών να προβούν εξαρχής στην απαιτούμενη μόνωση του κτιρίου και, στη συνέχεια, στη συστηματική συντήρησή του. Ως γενεσιουργός αιτία των προβλημάτων είχε εντοπιστεί η φυσική φθορά της οικοδομής, η οποία είχε ήδη συμπληρώσει περισσότερα από 50 χρόνια ζωής, σε συνδυασμό με την έλλειψη συντήρησης. Παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ο Εφεσείων δεν μπορούσε να διεκδικεί αποζημιώσεις για χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν ήταν ιδιοκτήτης της οικοδομής. Ο Εφεσείων προσέβαλε την απόφαση με συνολικά έντεκα λόγους έφεσης. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αναντίλεκτα γεγονότα, παρερμήνευσε τη μαρτυρία, αποδέχθηκε μη δικογραφημένες θέσεις, έκρινε λανθασμένα ότι δεν είχε ιδιοκτησία ή κατοχή του χώρου κατά τον κρίσιμο χρόνο και κακώς κατέληξε ότι ο Εφεσίβλητος δεν υπείχε ευθύνη. Προβλήθηκαν επίσης λόγοι έφεσης αναφορικά με παράβαση νόμιμου καθήκοντος, αμέλεια, παράνομη επέμβαση και ιδιωτική οχληρία, ενώ ο Εφεσείων υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε ότι ορισμένες παραλείψεις του Εφεσίβλητου ενέπιπταν στο διοικητικό δίκαιο. Αμφισβήτησε ακόμη το εύρημα ότι δεν είχε αποδειχθεί ο όγκος και το βάρος των οχημάτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση, υπενθύμισε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η κρίση για την αξιοπιστία των μαρτύρων ανήκουν κατά κύριο λόγο στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Παρέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο όταν η αξιολόγηση ή τα συμπεράσματα αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία και τα ευρήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προβεί σε εκτενή και αιτιολογημένη αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ειδικά για τον Εφεσείοντα, σημείωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξετάσει αναλυτικά τη μαρτυρία του και είχε εντοπίσει αντιφάσεις σε σχέση με την ιδιοκτησία της οικοδομής, τις αξιούμενες αποζημιώσεις, τη διαμονή στην οικοδομή, τον χρόνο εγκατάλειψής της από τους κατοίκους και τον χρόνο κατά τον οποίο άρχισαν τα προβλήματα. Το Εφετείο επικύρωσε επίσης την κρίση ότι ο Εφεσείων δεν είχε δικαίωμα ιδιοκτησίας πριν από τις εγγραφές που έγιναν το 1997 και το 2004. Οι εξουσιοδοτήσεις που είχαν κατατεθεί, σύμφωνα με την απόφαση, δεν του παρείχαν δικαίωμα να εγείρει την αγωγή και να αξιώνει αποζημιώσεις για προηγούμενες περιόδους. Για τον λόγο αυτό, οι σχετικοί λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε από το Εφετείο στη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αξιολόγησε τα προσόντα και την εμπειρία τους και αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δέχθηκε τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων της πλευράς του Εφεσίβλητου και απέρριψε εκείνη του αρχιτέκτονα που κατέθεσε για τον Εφεσείοντα. Για τον τελευταίο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η μαρτυρία του κρίθηκε ανεπαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένη, καθώς δεν παρείχε τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο των συμπερασμάτων του ούτε αιτιολογούσε επαρκώς τις θέσεις του σχετικά με τις ζημιές και τις αιτίες τους. Αντίθετα, ο από κοινού διορισμένος πραγματογνώμονας κρίθηκε ανεξάρτητος και το Εφετείο σημείωσε ότι είχε παραθέσει λεπτομερώς τα ευρήματα της μελέτης του και τις επιστημονικές εξηγήσεις που τα στήριζαν. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης την προσπάθεια της πλευράς του Εφεσείοντα να αποδώσει στον συγκεκριμένο μάρτυρα προσπάθεια χρηματισμού, χαρακτηρίζοντας την αιτίαση ατεκμηρίωτη. Σημαντικό μέρος της απόφασης αφορά και τον δρόμο της στοάς. Το Εφετείο έκρινε ότι η άδεια οικοδομής του 1948 προέβλεπε ρητά τη χρήση της στοάς ως δρόμου με δικαίωμα δημόσιας διάβασης. Η άδεια αυτή δεν είχε προσβληθεί ούτε ανακληθεί. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο Εφεσείων είχε κατά διαστήματα κλείσει τον δρόμο, απαγορεύοντας τη διέλευση οχημάτων, και ότι τελικά τον έκλεισε μόνιμα από το 2002. Επομένως, σύμφωνα με την απόφαση, δεν μπορούσε να στηριχθεί σε δικαίωμα αποκλεισμού της χρήσης του δρόμου, από τη στιγμή που η δημόσια χρήση αποτελούσε όρο της άδειας οικοδομής. Το Εφετείο απέρριψε ακόμη την αιτίαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βασιστεί σε μη δικογραφημένη μαρτυρία αναφορικά με την κλίση του δρόμου και την κατανομή του βάρους των οχημάτων. Έκρινε ότι η σχετική μαρτυρία συνδεόταν με τους όρους της άδειας οικοδομής, όπου προβλεπόταν η αντοχή της κατασκευής σε οδοστρωτήρα επτά τόνων με συντελεστή κρούσεως 1,4. Σε ό,τι αφορά την ευθύνη του Εφεσίβλητου για τις ζημιές, το Εφετείο στάθηκε ιδιαίτερα στους όρους της άδειας οικοδομής. Έκρινε ότι η ορθή κατασκευή του θεμελίου, η στεγανοποίηση της πλάκας του υπογείου και η δημιουργία συστήματος περισυλλογής ομβρίων αποτελούσαν υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη της οικοδομής. Ο Εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να ελέγξει ότι οι εργασίες του υπογείου πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους της άδειας. Ωστόσο, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι οι όροι της άδειας σε σχέση με την κατασκευή του υπογείου είχαν τηρηθεί και ότι οι μεταγενέστερες εργασίες στεγανοποίησης και περισυλλογής ομβρίων δεν είχαν γίνει όπως απαιτείτο από τον ιδιοκτήτη. Το Εφετείο υιοθέτησε την κατάληξη ότι η υγρασία και η μούχλα συνδέονταν με τη λανθασμένη κατασκευή και την έλλειψη των αναγκαίων μονωτικών και στεγανοποιητικών μέτρων, αλλά και με τη μεταγενέστερη μη συντήρηση της οικοδομής. Χαρακτηριστικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εντοπίσει κακοτεχνίες ακόμη και σε υδρορροή, η οποία κατέληγε σε δεξαμενή χωρίς να έχει γίνει στεγανοποίηση στο συγκεκριμένο σημείο. Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το εύρημα, δημιουργούνταν διείσδυση υγρών στον υπόγειο χώρο, με συνέπεια την εμφάνιση υγρασίας, την οξείδωση του οπλισμού και την ενανθράκωση του σκυροδέματος. Σε σχέση με τον δρόμο, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως διερχόταν από αυτόν τέτοιος όγκος ή βάρος οχημάτων ώστε να δημιουργείται κίνδυνος για τη χρήση ή την αντοχή του. Ο δρόμος χαρακτηρίστηκε στενός, μήκους περίπου 110 μέτρων, με διαστάσεις που δεν επέτρεπαν τη διέλευση μεγάλου αριθμού ή μεγάλων διαστάσεων οχημάτων, ενώ δεν ήταν δυνατή η ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας. Ως εκ τούτου, δεν προέκυπτε υποχρέωση του Εφεσίβλητου να ρυθμίσει την τροχαία κίνηση ή να τοποθετήσει συγκεκριμένη σήμανση στον δρόμο. Το Εφετείο σημείωσε επίσης ότι η επίστρωση του δρόμου που έγινε το 1992 είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες προδιαγραφές και με την προβλεπόμενη διαδικασία. Το Εφετείο απέρριψε στη συνέχεια και την αιτίαση περί παράνομης επέμβασης. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, από τη στιγμή που η άδεια οικοδομής επέτρεπε τη χρήση του ιδιωτικού δρόμου ως δημόσιου και δεν αποδείχθηκε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία, δεν στοιχειοθετείτο το συγκεκριμένο αστικό αδίκημα. Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός περί ιδιωτικής οχληρίας. Το Δικαστήριο στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο Εφεσείων είχε κλείσει τον δρόμο από το 2002 και έκρινε εύλογο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν είχε αποδειχθεί η απαιτούμενη «κατά συνήθεια παρέμβαση». Επιπλέον, δεν είχε αποδειχθεί σύνδεση μεταξύ της χρήσης του δρόμου και των ζημιών στην οικοδομή, οι οποίες, σύμφωνα με τα δικαστικά ευρήματα, οφείλονταν στην κατάσταση και τη συντήρηση του κτιρίου. Το Εφετείο κατέληξε τελικά στην απόρριψη και των έντεκα λόγων έφεσης και, ως αποτέλεσμα, στην απόρριψη της ίδιας της Έφεσης. Παράλληλα, επιδίκασε ποσό €4.500 ως έξοδα της Έφεσης, πλέον ΦΠΑ, εφόσον εφαρμόζεται, υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντα. Διαβάστε επίσης: Εφετείο: Η αθλητική τσάντα, η κρύπτη και τα 8,4 κιλά κάνναβης στη Λεμεσό
