Λάρνακα: Επιβάτης έπεσε από σκάλα αεροπλάνου - «Όχι» στην έφεση 15 χρόνια μετά
Δεν αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπήρξε αμέλεια εκ μέρους της εταιρείας που είχε αναλάβει την εξυπηρέτηση αεροσκάφους και την τοποθέτηση της σκάλας αποβίβασης, στην υπόθεση επιβάτη ο οποίος τραυματίστηκε κατά την κάθοδό του από αεροπλάνο στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Αυτό έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του επιβάτη και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η υπόθεση αφορούσε ατύχημα που σημειώθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2009, όταν ο εφεσείοντας, κατά την αποβίβασή του από αεροσκάφος στο αεροδρόμιο Λάρνακας, έπεσε από τη σκάλα που είχε τοποθετηθεί για την έξοδο των επιβατών και υπέστη τραυματισμούς. Ο επιβάτης είχε στραφεί δικαστικά εναντίον των εφεσίβλητων, στους οποίους απέδωσε ευθύνη για την αποβίβασή του και υποστήριξε ότι δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα προστασίας και ασφάλειας. Ειδικότερα, στην έκθεση απαίτησής του υποστήριξε ότι η σκάλα ήταν ολισθηρή, ότι επικρατούσαν κακές καιρικές συνθήκες, ότι υπήρχε νερό στη σκάλα και ότι ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής ή ανύπαρκτος, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει. Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν είχε τοποθετηθεί αντιολισθητικό ή άλλο κατάλληλο βοήθημα, ενώ επικαλέστηκε και το δόγμα «Res Ipsa Loquitur», δηλαδή την αρχή σύμφωνα με την οποία, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το ίδιο το γεγονός ενός ατυχήματος μπορεί να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως ένδειξη αμέλειας. Στην πρωτόδικη διαδικασία, πάντως, είχε συμφωνηθεί το ύψος των γενικών και ειδικών ζημιών του επιβάτη. Για τους τραυματισμούς του δηλώθηκε ποσό ύψους €40.000, περιλαμβανομένων των τόκων, με αποτέλεσμα το μοναδικό ζήτημα που παρέμενε προς εκδίκαση να είναι κατά πόσον οι εφεσίβλητοι έφεραν ευθύνη για την πτώση του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή, κρίνοντας ότι ο επιβάτης δεν απέδειξε πως οι εφεσίβλητοι έπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν οτιδήποτε που να συνιστούσε παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχαν απέναντί του. Ο εφεσείοντας προσέβαλε την απόφαση με δύο λόγους έφεσης. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και ότι η δική του εκδοχή παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν λήφθηκε υπόψη η ιδιαίτερη ευθύνη που είχε η εφεσίβλητη ως πρόσωπο που είχε αναλάβει τη μεταφορά, την επιβίβαση και την ασφαλή αποβίβαση των επιβατών. Το Εφετείο, ωστόσο, απέρριψε και τους δύο λόγους έφεσης. Καθοριστικό στοιχείο στην κρίση του Εφετείου αποτέλεσε το γεγονός ότι ο ίδιος ο εφεσείοντας είχε κριθεί αναξιόπιστος από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αντίθετα, ο μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους των εφεσίβλητων, λειτουργός υγείας και ασφάλειας, είχε κριθεί αξιόπιστος. Όπως επισημαίνει το Εφετείο, η πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν είχε προσβληθεί με τους λόγους έφεσης. Ως εκ τούτου, η κρίση αυτή παρέμενε δεδομένη κατά την εξέταση της έφεσης. Το Εφετείο υπογράμμισε ότι, από τη στιγμή που ο εφεσείοντας δεν είχε κριθεί αξιόπιστος, το βάρος να αποδείξει ότι οι εφεσίβλητοι είχαν επιδείξει αμέλεια παρέμενε στον ίδιο και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε εκπληρωθεί. Μάλιστα, το Δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία του εφεσείοντα είχε παραμείνει αναντίλεκτη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τα πρακτικά της δίκης προέκυπτε ότι η μαρτυρία του είχε αμφισβητηθεί και ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου οδήγησαν στην αποδυνάμωση της εκδοχής του και στη μη αποδοχή της ως αξιόπιστης. Ιδιαίτερη σημασία είχε και η κατάσταση της ίδιας της σκάλας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η εταιρεία είχε αναλάβει να εξυπηρετήσει το συγκεκριμένο αεροσκάφος και να τοποθετήσει τη σκάλα αποβίβασης, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι ο επιβάτης έπεσε από τη συγκεκριμένη σκάλα και τραυματίστηκε. Αυτό που δεν κατάφερε, όμως, να αποδείξει ήταν η αιτία της πτώσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι ο εφεσείοντας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τι ακριβώς προκάλεσε την πτώση του. Παρότι είχε γίνει αναφορά σε βροχή, δεν αποδείχθηκε η έντασή της ούτε ότι είχε συγκεντρωθεί νερό πάνω στη σκάλα. Παράλληλα, δεν αποδείχθηκε ότι η σκάλα δεν διέθετε αντιολισθητική επιφάνεια ή ότι υπήρχε πρόβλημα στον φωτισμό της. Αντίθετα, η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ήταν ότι η σκάλα διέθετε ενσωματωμένο φωτισμό, χειρολαβές σε όλο το μήκος της, αντιολισθητική επιφάνεια σε κάθε σκαλοπάτι και αντιολισθητική ταινία στην άκρη κάθε σκαλοπατιού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επίσης διαπιστώσει ότι οι σκάλες που χρησιμοποιούσε η εταιρεία ήταν κατασκευασμένες κατά τρόπο που δεν επέτρεπε τη συσσώρευση νερού και διέθεταν ανεξάρτητο ενσωματωμένο φωτισμό. Ο λειτουργός υγείας και ασφάλειας είχε καταθέσει ότι, κατά τη συνήθη πρακτική, ο χειριστής της σκάλας ελέγχει τα ενσωματωμένα φώτα και κατά πόσον υπάρχουν ξένα αντικείμενα, προτού αυτή τοποθετηθεί στο αεροσκάφος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η συγκεκριμένη σκάλα ήταν σε καλή κατάσταση. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για οποιονδήποτε ελλοχεύοντα κίνδυνο που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει η εταιρεία και για τον οποίο θα έπρεπε να προειδοποιήσει τους επιβάτες. Με βάση τα στοιχεία αυτά, το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι δεν υπήρχε αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι εφεσίβλητοι δεν έλαβαν λογικά μέτρα ασφαλείας ή ότι αγνόησαν οποιονδήποτε γνωστό κίνδυνο. Το Εφετείο εξέτασε παράλληλα και τον δεύτερο λόγο έφεσης, που αφορούσε το κατά τον εφεσείοντα «ιδιαίτερο καθήκον επιμέλειας» της εταιρείας. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο επιβάτης ανήκε στην κατηγορία των προσώπων που ευλόγως θα μπορούσαν να ζημιωθούν από αμελείς πράξεις ή παραλείψεις της εταιρείας, η οποία είχε αναλάβει να τοποθετήσει τη σκάλα που θα χρησιμοποιούσαν οι επιβάτες για να αποβιβαστούν. Επομένως, υφίστατο καθήκον επιμέλειας. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, ήταν η έκταση αυτού του καθήκοντος και κατά πόσον είχε παραβιαστεί. Το Εφετείο υιοθέτησε την προσέγγιση ότι το απαιτούμενο επίπεδο επιμέλειας είναι εκείνο που θα επιδείκνυε ένας μέσος λογικός άνθρωπος υπό τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες. Εφόσον, όμως, δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένος κίνδυνος ούτε παράλειψη λήψης εύλογου μέτρου προστασίας, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας. Παράλληλα, το Εφετείο απέρριψε τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι είχαν ευθύνη ως ιδιοκτήτες ή κάτοχοι του αεροσκάφους, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν ούτε ιδιοκτήτες ούτε κάτοχοι του αεροσκάφους. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απόφαση και στο δόγμα «Res Ipsa Loquitur». Το Εφετείο έκρινε ότι το δόγμα δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Όπως εξηγείται, ο εφεσείοντας είχε ο ίδιος καταθέσει και είχε δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με την υποτιθέμενη αμέλεια και την αιτία του ατυχήματος. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ήταν εκ πρώτης όψεως ένοχοι αμέλειας, ενώ η μαρτυρία του εφεσείοντα δεν κρίθηκε αξιόπιστη. Το Εφετείο σημείωσε επίσης ότι για την εφαρμογή του συγκεκριμένου δόγματος απαιτείται, μεταξύ άλλων, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ενδεχομένως προέκυψε η αμέλεια να βρίσκονται στη σφαίρα γνώσης του εναγόμενου και όχι του ενάγοντα. Προϋπόθεση που, σύμφωνα με το Δικαστήριο, επίσης δεν συνέτρεχε στην παρούσα υπόθεση. Το Εφετείο εξέτασε ακόμη την υπόθεση Labbadia v. Alitalia, την οποία είχε επικαλεστεί η πλευρά του εφεσείοντα, κρίνοντας ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει την υπόθεση λόγω διαφορετικών πραγματικών περιστατικών. Στην αγγλική υπόθεση, η πτώση από τη σκάλα του αεροπλάνου είχε αποδοθεί στην παρουσία παγωμένου χιονιού πάνω στη σκάλα, ενώ είχαν εξεταστεί και ζητήματα που αφορούσαν τη Σύμβαση του Μόντρεαλ. Στην κυπριακή υπόθεση, αντίθετα, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αντίστοιχου κινδύνου στη σκάλα. Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε αβάσιμους και τους δύο λόγους έφεσης και αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση. «Με κάθε σεβασμό στους τραυματισμούς που υπέστη ο εφεσείοντας», αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση, το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση, καθώς δεν είχε προσκομιστεί οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία για ύπαρξη κινδύνου στη σκάλα που να συνδεόταν με την πτώση του. Ως αποτέλεσμα, η έφεση απορρίφθηκε και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε. Παράλληλα, το Εφετείο επιδίκασε έξοδα ύψους €2.400, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντα. Διαβάστε επίσης: Ε/κ γνώρισε Σομαλό στο Πουρνάρα, συγκατοίκησαν και την κακοποιούσε για 5 ώρες
