ΕΕ προς Βρετανία: Αυξήστε τους δασμούς στα κινεζικά αυτοκίνητα
Οι Βρυξέλλες φέρονται να προειδοποιούν τη βρετανική κυβέρνηση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να αυξήσει τους δασμούς στα κινεζικά αυτοκίνητα και να προσεγγίσει περισσότερο την εμπορική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν θέλει να αποφύγει νέους περιορισμούς που θα μπορούσαν να πλήξουν κρίσιμες βρετανικές εξαγωγές. Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα των Financial Times, η διαμάχη επικεντρώνεται στην πολιτική «Made in Europe», μέσω της οποίας η ΕΕ επιδιώκει να ενισχύσει τους Ευρωπαίους κατασκευαστές στις επιδοτήσεις και τις δημόσιες προμήθειες, περιορίζοντας παράλληλα την έκθεση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στον κινεζικό ανταγωνισμό. Η τελωνειακή ένωση επιστρέφει στο τραπέζι Σύμφωνα με δύο πρόσωπα που γνωρίζουν τις συζητήσεις, η ΕΕ απάντησε στις πιέσεις του Λονδίνου για ίση μεταχείριση των βρετανικών προϊόντων, υποδεικνύοντας ως αποτελεσματικότερη λύση την ένταξη της Βρετανίας στην τελωνειακή ένωση. «Μια τελωνειακή ένωση θα έλυνε τα περισσότερα προβλήματα του “Made in Europe”», δήλωσε Ευρωπαίος αξιωματούχος στους Financial Times. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη βρετανική πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Στις Βρυξέλλες υπάρχει ανησυχία ότι οι διαφορετικοί δασμοί ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσαν να επιτρέψουν σε κινεζικά προϊόντα να εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω Βρετανίας, παρακάμπτοντας ευρωπαϊκά εμπορικά μέτρα. Στο επίκεντρο τα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η στάση του Λονδίνου απέναντι στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα. Η ευθυγράμμιση της Βρετανίας με τα προστατευτικά μέτρα της ΕΕ, περιλαμβανομένων των πρόσθετων δασμών αντι-επιδοτήσεων στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, θα περιόριζε μέρος της εμπορικής αυτονομίας που απέκτησε το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit. Παράλληλα, μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές ορισμένων κινεζικών οχημάτων για τους Βρετανούς καταναλωτές. Για τη βρετανική αυτοκινητοβιομηχανία, όμως, η άλλη πλευρά του διλήμματος είναι εξίσου σημαντική. Οι βρετανικές επιχειρήσεις συμμετέχουν στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και εξάγουν σημαντικό αριθμό οχημάτων και εξαρτημάτων προς την ΕΕ. Η θέση Μπέρναμ και οι «κόκκινες γραμμές» Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δήλωσε ότι θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη Βρετανία ως «έμπιστο εταίρο» της ΕΕ στο πλαίσιο του «Made in Europe», προειδοποιώντας ότι ο αποκλεισμός της χώρας θα μπορούσε να έχει συνέπειες για τη βρετανική αυτοκινητοβιομηχανία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κυβέρνησή του διατηρεί τις «κόκκινες γραμμές» των Εργατικών, αποκλείοντας την επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην ενιαία αγορά ή την τελωνειακή ένωση. Το Λονδίνο πιέζει τις Βρυξέλλες ώστε οι βρετανικές αλυσίδες εφοδιασμού στους τομείς των αυτοκινήτων, των χημικών και της ενέργειας να συμπεριληφθούν στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Από τη «Σιγκαπούρη στον Τάμεση» στην κινεζική «πίσω πόρτα» Ευρωπαίος αξιωματούχος περιέγραψε χαρακτηριστικά τη μεταβολή της στάσης των Βρυξελλών απέναντι στη μετα-Brexit Βρετανία. Όπως ανέφερε στους FT, οι αρχικοί φόβοι για μια «Σιγκαπούρη στον Τάμεση» έχουν μετατραπεί σε ανησυχίες για μια «Τουρκία απέναντι από τη Μάγχη». Με άλλα λόγια, η βασική ανησυχία δεν είναι πλέον ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξελιχθεί σε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική και απορρυθμισμένη οικονομία δίπλα στην ΕΕ, αλλά ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εμπορική «πίσω πόρτα» για κινεζικά προϊόντα προς την ευρωπαϊκή αγορά. Το προηγούμενο με τον χάλυβα Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης ευθυγράμμισης με την ΕΕ σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, αυξάνοντας νωρίτερα φέτος τους δασμούς στον χάλυβα στο 50%. Οι νέες πιέσεις έρχονται ενώ οι Βρυξέλλες επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από την Κίνα και να προστατεύσουν στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους. Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει χαρακτηρίσει «μη βιώσιμο» το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα, εντείνοντας τη συζήτηση για ισχυρότερα ευρωπαϊκά εργαλεία εμπορικής άμυνας. Η νέα αντιπαράθεση με το Λονδίνο δείχνει παράλληλα ότι, έξι χρόνια μετά την ολοκλήρωση του Brexit, η σχέση Βρετανίας–ΕΕ εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με το ίδιο βασικό δίλημμα: πόση πρόσβαση μπορεί να έχει το Ηνωμένο Βασίλειο στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς αντίστοιχη ευθυγράμμιση με τους εμπορικούς κανόνες της Ένωσης.
