Depository of News

Προβληματισμός για χρήση AI ως ψυχολόγου - «Η μηχανή δεν έχει ενσυναίσθηση»

newsdepo.com · tech

Η ολοένα και συχνότερη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για θέματα ψυχικής υγείας, άγχους και καθημερινών προβληματισμών βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Πρωτοσέλιδο», με τη λέκτορα Ψυχολογίας, Δρ Φωτεινή Οικονομίδου, να υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει την ανθρώπινη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ψυχοθεραπευτή και θεραπευόμενου. Η Δρ Οικονομίδου σημείωσε αρχικά ότι η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τη σύνδεσή της με την ψυχολογία δεν είναι τόσο νέα όσο ενδεχομένως θεωρείται. «Η πρώτη φορά που έγινε αναφορά στον όρο τεχνητή νοημοσύνη, AI, ήταν το 1950. Ήταν σε ένα συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Τάκμος στην Αμερική και ακόμη πιο ενδιαφέρον θα σας φανεί, στο πόσο δεν είναι κάτι καινούριο, είναι ότι το 1966 είχε δημιουργηθεί το πρώτο chatbot που ομοίαζε με ψυχοθεραπευτή και ονομαζόταν Eliza». Όπως εξήγησε, ήδη από τις πρώτες σχετικές εφαρμογές είχαν καταγραφεί έντονοι συναισθηματικοί δεσμοί χρηστών με τα συστήματα αυτά. «Και αυτό το chatbot τότε, το 1966, είχε χρησιμοποιηθεί από τους ερευνητές που το δημιούργησαν στο MIT, για να μπορεί να συνομιλεί με άτομα και να δίνει και ένα τροφοδότηση από τότε. Και ήταν τόσο έντονο το δέσιμο των συμμετέχοντων σε αυτή την έρευνα που εξεπλάγηκε ακόμη και ο ίδιος ο δημιουργός του Eliza». Σύμφωνα με την ίδια, η αίσθηση κατανόησης που μπορεί να δημιουργήσει ένα chatbot συνδέεται πολλές φορές και με τον τρόπο με τον οποίο επαναδιατυπώνει όσα του δίνει ο ίδιος ο χρήστης. «Είχε ήδη από τότε φανεί ότι τα άτομα, σχετίζοντας συναισθηματικά μαζί με αυτό το chatbot, που στην ουσία έκανε παράφραση στα σχόλια, στα ερωτήματα και στη συζήτηση που έγραφαν οι συμμετέχοντες και τους έδινε πίσω με παράφραση, που το βλέπουμε και σήμερα μέχρι κάποιο σημείο να γίνεται αυτό, ότι ναι, φαίνεται να υπάρχει κατανόηση, αρκετές φορές πίσω από τις συμβουλές είναι και μία παράφραση αυτού που εμείς κάνουμε feed μέσα στο prompt που δίνουμε στο chat». Η λέκτορας Ψυχολογίας αναφέρθηκε και στους λόγους για τους οποίους ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να απευθύνονται σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για ζητήματα που αφορούν την ψυχική τους κατάσταση. «Σίγουρα μέσα στα IPR της χρήσης του chat και μέσα στα κριτήρια και μέσα στους λόγους που έχει εξελιχθεί στο σημείο που έχει εξελιχθεί μέχρι σήμερα, είναι το ότι είναι προσβάσιμο όπως τέσσερις ώρες την ημέρα, εφτά μέρες την εβδομάδα. Είναι δωρεάν». Σημείωσε ότι τέτοιες εφαρμογές μπορούν να είναι πιο εύκολα προσβάσιμες σε ανθρώπους που, για διάφορους λόγους, δεν θα επισκέπτονταν έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας. «Είναι προσβάσιμο από άτομα που ούτως ή άλλως δεν θα πηγαίναν σε ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή είτε γιατί ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές, είτε γιατί είναι κλεινήριοι, είτε γιατί δεν διαθέτουν την οικονομική ευκαιρία, αλλά κυρίως σε μικρές χώρες όπως η δική μας, σε κάποια άτομα, ειδικά στις παλαιότερες γενιές, υπάρχει το στίγμα. Οπότε και αυτός είναι ένας παράγοντας που οθεί τα άτομα να προτιμάνε να μιλήσουν με μία μηχανή αντί με ένα άνθρωπο». Ξεκαθάρισε παράλληλα ότι δεν τάσσεται εναντίον της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά θεωρεί απαραίτητη τη σωστή και ελεγχόμενη χρήση της. «Δεν είμαι αντίον του AI. Θέλω να ξεκινήσω με αυτό καθόλου. Είμαι υπέρ της σωστής χρήσης του όμως και είμαι υπέρ του να μην αντικατασταθεί το άτομο, οι ανθρώπινες σχέσεις, μαζί με τη συζήτηση, με μηχανή». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διαφορά ανάμεσα στην κατανόηση που φαίνεται να προσφέρει ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης και στην ανθρώπινη ενσυναίσθηση που αποτελεί βασικό στοιχείο της ψυχοθεραπείας. «Επίσης εδώ θα σταθώ, στο ένα είναι η κατανόηση και άλλο είναι η ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Γιατί ένας ψυχολόγος, ένας ψυχοθεραπευτής, δίνει έμφαση πολλές φορές, όχι σε αυτά που λέει μόνο ο θεραπευόμενος του, αλλά κυρίως σε αυτά που δεν λέει ή κυρίως σε αυτά που δεν μπορεί ακόμη να πει». Σύμφωνα με την ίδια, ο ειδικός δεν αξιολογεί μόνο τα λόγια ενός ανθρώπου, αλλά και τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και τη γλώσσα του σώματός του. «Δίνει έμφαση στο ότι βλέπουμε το θεραπευόμενο απέναντι, ότι προσπάθει να κρατήσει τα δάκρυα του. Άρα και εκεί έρχομαστε να ρωτήσουμε, αυτό είναι ένα θέμα που όπως φαίνεται επηρεάζει το άτομο. Άρα θα εστιάσουμε εκεί». Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την ίδια την τηλεοπτική επικοινωνία, εξήγησε ότι ακόμη και αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορούσε να αναπαράγει πλήρως την εικόνα, τη φωνή και τα λόγια ενός ανθρώπου, η πραγματική ανθρώπινη αλληλεπίδραση θα εξακολουθούσε να απουσιάζει. «Σας βλέπουμε εσάς, βλέπουμε τη γλώσσα του σώματος σας, το βλέμμα σας. Υπάρχει αυτή η διαδραστική επικοινωνία». «Φανταστείτε τώρα αυτά που λέτε, να μας τα παρουσιάζατε με PowerPoint ή ακόμη και με μηχανική φωνή ή ακόμη και αν υπήρχε που μπορείτε να δημιουργήσετε εσείς, το chatbot σας. Δηλαδή να είναι το πρόσωπο σας, να είναι το σώμα σας, να είναι η φωνή σας, αλλά δεν θα είστε εσείς». Πρόσθεσε ότι η τεχνολογία μπορεί να παρέχει πληροφορίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να αναπαράγει την ανθρώπινη παρουσία. «Θα ήταν ακόμη η ενημέρωση, θα είχαμε πληροφόρηση, αλλά δεν θα ήσασταν εσείς ο ίδιος να αλληλεπιδράτε με το κοινό σας όπως κάνετε τώρα, όπως κάνουμε αυτή τη στιγμή». Η Δρ Οικονομίδου προειδοποίησε επίσης ότι ένα από τα βασικά ζητήματα γύρω από τις απαντήσεις που παράγονται από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης είναι ο ιδιαίτερα πειστικός τρόπος με τον οποίο μπορούν να παρουσιάζονται ακόμη και όταν δεν είναι ορθές. «Πρέπει να είμαστε και πολύ προσεκτικοί στο ότι συνήθως οι απαντήσεις που δίνονται, και το πιο επικίνδυνο, αν μπορώ να προσθέσω εδώ, είναι ότι δίνονται απαντήσεις οι οποίες είναι πολύ πιστικές. Το να είναι πιστική μια απάντηση δεν σημαίνει και σωστή». Όπως εξήγησε, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη σε απλές και καθημερινές περιπτώσεις άγχους, βοηθώντας για παράδειγμα ένα άτομο να οργανώσει τις σκέψεις του. «Αν τώρα είμαι φοιτητής, έχω να κάνω μια παρουσίαση αύριο στις 8 το πρωί, είμαι αγχωμένος. Είναι εντάξει στις 2 το πρωί να γράψω τις σκέψεις μου γιατί θα με βοηθήσει να οργανώσω το υλικό μου, θα με βοηθήσει να οργανώσω τις σκέψεις μου, θα με βοηθήσει ίσως με κάποιες συμβουλές για κάποιες αναπνοές». Η εικόνα, ωστόσο, αλλάζει όταν πρόκειται για σοβαρά περιστατικά ψυχικής υγείας και ιδιαίτερα για περιπτώσεις όπου υπάρχει αυτοκτονικός ιδεασμός. «Είναι πολύ διαφορετικό από το η ώρα 2 το πρωί πάλι άτομο στην ηλικία του, οποιαδήποτε ηλικία, έτσι και αλλιώς, και να γράψει είμαι χάγια, ζω ένα χάος, ή σκέφτομαι κιόλας έχω κάποιο αυτοκτονικό ιδεασμό». Όπως τόνισε, σε τέτοιες περιπτώσεις το σύστημα μπορεί να προσφέρει κάποιου είδους πρόσκαιρη υποστήριξη, δεν μπορεί όμως να αναλάβει την ευθύνη που αναλαμβάνει ένας επαγγελματίας. «Είναι πολύ κρίσιμο, γιατί μπορεί η μηχανή να μου δώσει κάποιες συμβουλές, να οργανώσω τις σκέψεις μου, μπορεί να με υποστηρίξει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, για κάτι απλό, αλλά δεν θα αναλάβει την κλινική ευθύνη του περιστατικού μου». Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, με τη Δρ Οικονομίδου να επισημαίνει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ως προς τις πληροφορίες που καταχωρούν οι χρήστες σε τέτοια συστήματα. «Και δεν ξέρουμε, γίνονται πολλές έρευνες και πολλές δοκιμές, και πολλές χώρες βλέπουν τεχνοκρατικά πλέον σε μας, σε επίπεδο πολιτείας, για το τα δεδομένα που γράφουμε, το ότι τα γράφουμε εκεί και μετά μπορεί να το σβήσουμε κιόλας, δεν σημαίνει ότι σβήνονται». Καταλήγοντας, υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρξει σαφέστερο πλαίσιο γύρω από τα ζητήματα ιδιωτικότητας, δεοντολογίας και νομοθεσίας. «Άρα πρέπει να υπάρξει κι ένας έλεγχος ηθικής, διοντολογίας, προσωπικότης δεδομένων. Πού πάει αυτή η πληροφορήση και τι γίνεται και με αυτή την πληροφορήση. Και χρειάζεται ακόμη μεγάλη έμφαση στα θέματα νομοθεσίας και στα θέματα ηθικής και διοντολογίας».

Read full article →