Τον απέλασαν το 2014, επέστρεψε παράνομα το 2015- «Όχι» δικαστηρίου σε Σύρο
Νόμιμη έκρινε το Δικαστήριο την κράτηση Σύρου υπηκόου, ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση από τον Σεπτέμβριο του 2025 με σκοπό την απομάκρυνσή του από την Κυπριακή Δημοκρατία, απορρίπτοντας αίτησή του για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι η κράτηση έχει πλέον διάρκεια περίπου δέκα μηνών, δεν προκύπτει εγκατάλειψη του σκοπού της απέλασης ούτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των αρμόδιων Αρχών. Ο αιτητής υποστήριξε ότι η κράτησή του ήταν παράνομη, μεταξύ άλλων επειδή το διάταγμα απέλασής του τελεί υπό αναστολή και, κατά την άποψή του, δεν καταβάλλονταν ουσιαστικές προσπάθειες για την απομάκρυνσή του. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι οι αρμόδιες Αρχές δεν προχωρούσαν στις προβλεπόμενες επανεξετάσεις της κράτησής του ανά δύο μήνες και ότι δεν είχαν εξετάσει επαρκώς τη δυνατότητα εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων αντί της κράτησης. Από την πλευρά τους, οι αρμόδιες Αρχές υποστήριξαν ότι η κράτηση είχε ήδη επικυρωθεί δικαστικά, ότι επανεξεταζόταν τακτικά και ότι εξακολουθούσε να είναι αναγκαία, δεδομένου του κινδύνου διαφυγής και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή. Το ιστορικό της υπόθεσης Ο αιτητής είχε φθάσει στην Κύπρο το 2009 με άδεια εργασίας, ενώ το 2010 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε. Το 2014 αναχώρησε από τη Δημοκρατία και τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στον κατάλογο προσώπων στα οποία απαγορευόταν η είσοδος στη χώρα. Ακολούθως επέστρεψε παράνομα στην Κύπρο και το 2015 του παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Το καθεστώς αυτό ανακλήθηκε τον Ιούνιο του 2024, μετά από δικό του αίτημα και την εκφρασμένη επιθυμία του να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη Δημοκρατία. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, δεν αναχώρησε και συνέχισε να διαμένει παράνομα στην Κύπρο. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2025 συνελήφθη για παράνομη παραμονή στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα και την επόμενη ημέρα εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Τον Οκτώβριο του 2025 καταχωρίστηκε προσφυγή κατά των διαταγμάτων, η οποία είχε ανασταλτικό χαρακτήρα ως προς την απέλαση. Στις 29 Οκτωβρίου ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου και ο φάκελός του επανανοίχθηκε. Στις 20 Νοεμβρίου 2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης, αυτή τη φορά στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου. Το νέο διάταγμα κράτησης επικυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 19 Ιανουαρίου 2026. Η νέα αίτηση ασύλου απορρίφθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2026, ενώ στις 4 Μαΐου 2026 καταχωρίστηκε προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης. Η προσφυγή αυτή εξακολουθεί να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα ως προς την απέλαση. Οι επανεξετάσεις της κράτησης Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κράτηση του αιτητή είχε επανεξεταστεί στις 10 Νοεμβρίου 2025, στις 18 Φεβρουαρίου 2026, στις 16 Απριλίου 2026 και στις 16 Ιουνίου 2026. Στις επανεξετάσεις καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος διαφυγής, η απουσία σταθερής διεύθυνσης διαμονής, η δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής και το συνολικό μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή. Παράλληλα, οι Αρχές έκριναν ότι δεν υπήρχαν περιθώρια για την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων αντί της κράτησης. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η πρώτη επανεξέταση μετά το νέο διάταγμα κράτησης δεν πραγματοποιήθηκε ακριβώς εντός της δίμηνης περιόδου, αλλά σχεδόν τρεις μήνες αργότερα. Ωστόσο, έκρινε ότι η καθυστέρηση αυτή, διάρκειας 28 ημερών πέραν της δίμηνης προθεσμίας, δεν καθιστούσε από μόνη της την κράτηση παράνομη. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο επικαλέστηκε προηγούμενη νομολογία, σύμφωνα με την οποία το ουσιώδες είναι να πραγματοποιείται η επανεξέταση σε τακτά και εύλογα χρονικά διαστήματα, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής επανεκτίμηση της ανάγκης συνέχισης της κράτησης. Υιοθετώντας το σχετικό σκεπτικό, έκρινε ότι μια περιορισμένη υπέρβαση της δίμηνης προθεσμίας δεν οδηγεί αυτομάτως σε ακύρωση της κράτησης. «Η κράτηση πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια» Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε το Δικαστήριο στην αρχή ότι η κράτηση αλλοδαπού με σκοπό την απέλαση επιτρέπεται μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και πρέπει να διαρκεί το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Με βάση το σχετικό νομικό πλαίσιο, η κράτηση πρέπει να συνεχίζεται μόνο όσο εξελίσσεται η διαδικασία απομάκρυνσης με τη δέουσα επιμέλεια. Παράλληλα, οι Αρχές οφείλουν να εξετάζουν κατά πόσο μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα, λιγότερο επαχθή μέτρα. Το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι, όταν δεν υπάρχει πλέον λογική προοπτική απομάκρυνσης για νομικούς ή άλλους λόγους ή όταν παύουν να ισχύουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η κράτηση παύει να δικαιολογείται και το πρόσωπο πρέπει να απολύεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι εξακολουθεί να υπάρχει λογική προοπτική απομάκρυνσης. Η απέλαση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο παρόν στάδιο λόγω της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας, η οποία είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το μεταναστευτικό ιστορικό και ο κίνδυνος διαφυγής Καθοριστικό ρόλο στο σκεπτικό του Δικαστηρίου διαδραμάτισε το ιστορικό του αιτητή. Στην απόφαση καταγράφεται ότι είχε προηγουμένως αποτύχει να συμμορφωθεί με αποφάσεις επιστροφής, είχε αποχωρήσει από την Κύπρο και επανέλθει παράνομα, ενώ μετά την ανάκληση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας του το 2024 δεν αναχώρησε από τη Δημοκρατία. Οι Αρχές είχαν επίσης αξιολογήσει ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής, καθώς δεν υπήρχε σταθερή διεύθυνση διαμονής και είχε εκφραστεί πρόθεση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι αυτοί μπορούσαν να στηρίξουν τη συνέχιση της κράτησης, ενώ σημείωσε ότι στις επαναξιολογήσεις είχε εξεταστεί και η δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων, χωρίς να διαπιστωθεί ότι αυτά μπορούσαν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Εκκρεμεί η προσφυγή μέχρι τον Οκτώβριο Σημαντικό στοιχείο για την κρίση του Δικαστηρίου ήταν και το γεγονός ότι η διαδικασία απέλασης δεν είχε εγκαταλειφθεί από τις Αρχές. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η εκκρεμής προσφυγή του αιτητή ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 7 Οκτωβρίου 2026. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση στην απέλαση συνδεόταν με το επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή και τις δικαστικές διαδικασίες που ο ίδιος είχε κινήσει. Παράλληλα, έκρινε ότι οι Αρχές εξακολουθούσαν να επιδιώκουν την απομάκρυνσή του και προχωρούσαν στις προβλεπόμενες επανεξετάσεις της κράτησης. Στην απόφαση γίνεται αναφορά και σε νομολογία σύμφωνα με την οποία, όταν η καθυστέρηση στην απέλαση συνδέεται με διαδοχικά διοικητικά ή δικαστικά διαβήματα του ίδιου του κρατουμένου, ο χρόνος που απαιτείται για τη διεκπεραίωσή τους δεν μπορεί κατ’ ανάγκην να αποδίδεται στις αρμόδιες Αρχές. Απορρίφθηκε το Habeas Corpus Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διαπιστώνεται εγκατάλειψη του σκοπού της κράτησης ούτε παράλειψη των Αρχών να προωθήσουν την απομάκρυνση με τη δέουσα επιμέλεια. Παρά τη συνολική διάρκεια της κράτησης, η οποία κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης ανερχόταν σε περίπου δέκα μήνες, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάρκεια αυτή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν ήταν τέτοια ώστε να καθιστά την κράτηση παράνομη. Στην κρίση του συνυπολογίστηκαν η ύπαρξη λογικής προοπτικής απομάκρυνσης, οι λόγοι για τους οποίους αυτή δεν μπορούσε ακόμη να πραγματοποιηθεί, το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή και οι επανειλημμένες επανεξετάσεις της ανάγκης συνέχισης της κράτησης. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus κρίθηκε αβάσιμη και απορρίφθηκε. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάστηκαν εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση. Διαβάστε επίσης: Συγκέντρωση Ιρανών στη Λευκωσία για Μάσα Αμινί-«Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» (VID)
